Μια άβολη αλήθεια για τη συνταγματική αναθεώρηση
Τώρα που η πρώτη φάση της ολοκληρώθηκε, ήρθε, νομίζω, η ώρα ν’ αναγνωρίσουμε με θάρρος μια άβολη αλήθεια για την εν εξελίξει διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Παρά τις συχνές σχετικές αναφορές στα ΜΜΕ, αφήνει, δυστυχώς, παγερά αδιάφορη τη μεγάλη πλειονότητα των συμπολιτών μας. Ελάχιστοι, εξειδικευμένοι συνήθως νομικοί, δείχνουν γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτή, λίγο περισσότεροι ένα εντελώς επιδερμικό. Το γεγονός ότι πρόκειται για τη δεύτερη μέσα σε επτά μόλις χρόνια παρόμοια διαδικασία και η παραδοχή ότι, στην Ελλάδα, το Σύνταγμα ουδέποτε λειτούργησε στην πράξη ως ισχυρό σύμβολο εθνικής ενότητας δεν αρκούν για να εξηγήσουν το φαινόμενο.
Ενα μερίδιο ευθύνης διεκδικεί σίγουρα η ίδια η πρόταση αναθεώρησης που κατέθεσε το κυβερνών κόμμα. Μια πρόταση φλύαρη (αφορά πάνω από τριάντα διατάξεις), με αποτέλεσμα τα όποια ρηξικέλευθα σημεία της (π.χ. η πρόβλεψη ότι το εκλογικό σύστημα οφείλει να διασφαλίζει κυβερνησιμότητα της χώρας) να χάνονται μέσα στον θόρυβο, και εν πολλοίς χλιαρή.
Ετσι, η εισαγωγή μη ανανεώσιμης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, εγγύηση, υποτίθεται, της ανεξαρτησίας του έναντι όσων των ψήφισαν, δεν συνοδεύεται από την αναβάθμιση του θεσμικού του ρόλου, η περιστολή του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, αντί να έχει ως επιστέγασμα την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου, καταλήγει σε μια μάλλον αποσπασματική αύξηση των αρμοδιοτήτων του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, οι προαγωγές στις θέσεις των ανώτατων δικαστών δεν θα αποφασίζονται πλέον από το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, της οποίας τον έλεγχο θα διατηρεί πάντως η κυβέρνηση…
Η κυριότερη αιτία εντοπίζεται ωστόσο αλλού. Το Σύνταγμα τείνει ν’ απαξιωθεί στη συνείδηση των Ελλήνων ως ο ανώτατος νόμος της Πολιτείας. Μια σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών της σημερινής κυβέρνησης, με πιο εμβληματική ανάμεσά τους εκείνη για τα μη κρατικά ΑΕΙ, καταφανώς αντίθετες τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του, συνέβαλαν αποφασιστικά στον σχηματισμό της αντίληψης πως οι διατάξεις του μπορεί να σημαίνουν το οτιδήποτε ή να μη σημαίνουν απολύτως τίποτα και πως, επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ ασχολούμαστε σοβαρά μαζί τους, αντίληψη η οποία εδραιώθηκε όταν στη συνέχεια οι νομοθετικές αυτές πρωτοβουλίες νομιμοποιήθηκαν, μέσω ερμηνευτικών ακροβασιών, από τη Δικαιοσύνη. Για να έχει κύρος, το Σύνταγμα πρέπει να γίνεται σεβαστό όπως είναι, όχι όπως η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία θα ήθελε ίσως να είναι.
Ορισμένα μάλιστα σημεία της πρότασης αναθεώρησης της ΝΔ που υπερψηφίστηκαν από την παρούσα Βουλή ενδέχεται να ενισχύσουν, εφόσον υπερψηφιστούν και από την επόμενη, την ανωτέρω αντίληψη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κρατικής μέριμνας για προσιτή στέγη. Η ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση της τρέχουσας στεγαστικής κρίσης δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συνταγματικής διάταξης η οποία να την προβλέπει ρητά. Από την άλλη πλευρά, τυχόν αδράνεια του κράτους, ως συνειδητή πολιτική επιλογή, όταν τέτοια συνταγματική διάταξη θα υφίσταται, θα έχει ως αποτέλεσμα η τελευταία να υποβαθμιστεί στο επίπεδο της απλής ευχής. Αυτό ακριβώς όμως είναι κρίσιμο να αποφευχθεί, να καταντήσει, δηλαδή, το Σύνταγμα ευχολόγιο.
Μολονότι η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση κακώς δεν έχει την αναμενόμενη (ευρεία) απήχηση, είναι απολύτως κατανοητό γιατί συμβαίνει αυτό.
Ο Δημοσθένης Λέντζης είναι αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ