Στο ντιβάνι της… τεχνητής νοημοσύνης – Οταν ψυχαναλυτής γίνεται πλέον η… ΑΙ
Μπορεί μια συνομιλία με ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης να υποκαταστήσει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν θεραπευτή και έναν θεραπευόμενο; Το ερώτημα αυτό, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια φαινόταν να ανήκει αποκλειστικά στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, αποτελεί πλέον αντικείμενο σοβαρής συζήτησης. Η ραγδαία ανάπτυξη των εργαλείων της ΤΝ, άλλωστε, έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν πληροφορίες, οργανώνουν την καθημερινότητά τους και επικοινωνούν. Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι χρήστες στρέφονται σε αυτά τα συστήματα για να μιλήσουν για προσωπικά ζητήματα, όπως το άγχος, η μοναξιά, οι δυσκολίες στις σχέσεις, οι φόβοι και οι ανασφάλειές τους.
Η δυνατότητα ανώνυμης χρήσης, η άμεση πρόσβαση και η συνεχής διαθεσιμότητα καθιστούν την ΤΝ έναν νέο «ψηφιακό συνομιλητή». Για ανθρώπους που δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους ή δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ένα chatbot μπορεί να προσφέρει έναν χώρο όπου αισθάνονται ασφαλείς να μιλήσουν χωρίς τον φόβο της κριτικής. Πολλοί χρήστες περιγράφουν την εμπειρία ως ανακουφιστική, ενώ αρκετοί δηλώνουν ότι αισθάνονται πιο άνετα να εμπιστευτούν μια μηχανή παρά έναν άλλο άνθρωπο.
Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό γεννά σημαντικά ερωτήματα. Είναι δυνατόν ένας αλγόριθμος να κατανοήσει πραγματικά την ανθρώπινη ψυχολογία; Μπορεί να αναγνωρίσει μια σοβαρή ψυχική διαταραχή, να διαχειριστεί μια κρίση ή να δημιουργήσει τη σχέση εμπιστοσύνης που αποτελεί τη βάση κάθε ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας; Επιπλέον, τι συμβαίνει με τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών όταν μοιράζονται τόσο ευαίσθητες πληροφορίες με εφαρμογές που ανήκουν σε ιδιωτικές εταιρείες;
Στα ερωτήματα αυτά απαντούν δύο ειδικοί από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους: ο ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Παπαδημητριάδης και ο δικηγόρος, εκτελεστικός διευθυντής της Homo Digitalis Λευτέρης Χελιουδάκης. Ο πρώτος εξετάζει το ζήτημα από την πλευρά της ψυχικής υγείας, ενώ ο δεύτερος αναλύει τις νομικές και ηθικές διαστάσεις της χρήσης της ΤΝ.
Η θεραπεία βασίζεται στη σχέση
Ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης είναι κατηγορηματικός ως προς το αν η ΤΝ είναι σε θέση να αντικαταστήσει έναν ψυχοθεραπευτή. Η απάντησή του είναι αρνητική, όχι επειδή αντιτίθεται στην τεχνολογική εξέλιξη, αλλά επειδή θεωρεί ότι η ψυχοθεραπεία αποτελεί μια βαθιά ανθρώπινη διαδικασία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η θεραπεία δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών ή στην παροχή συμβουλών. Αποτελεί μια σχέση που χτίζεται σταδιακά μέσα από την εμπιστοσύνη, τη συνέπεια και τη συνεργασία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιτυχία μιας θεραπείας δεν είναι αποκλειστικά η τεχνική ή η θεωρητική προσέγγιση του θεραπευτή, αλλά η ποιότητα της θεραπευτικής συμμαχίας.
Ενα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο μπορεί να παράγει πειστικές απαντήσεις και να χρησιμοποιεί γλώσσα που μοιάζει ενσυναισθητική. Ωστόσο, δεν μπορεί να αναλάβει ευθύνη για έναν άνθρωπο, να ανησυχήσει όταν εκείνος δεν εμφανιστεί σε μια συνεδρία ή να ενδιαφερθεί πραγματικά για την εξέλιξή του. Η θεραπεία λειτουργεί επειδή ένας πραγματικός άνθρωπος αναλαμβάνει την ευθύνη της θεραπευτικής σχέσης και συνοδεύει τον θεραπευόμενο στην προσπάθειά του για αλλαγή.
Επιπλέον, ο θεραπευτής δεν ακούει μόνο τις λέξεις. Παρατηρεί τη γλώσσα του σώματος, τις σιωπές, τις παύσεις, τον τόνο της φωνής και τις αντιφάσεις ανάμεσα σε όσα λέγονται και σε όσα εκφράζονται έμμεσα. Παράλληλα, δεν επιβεβαιώνει πάντοτε τις απόψεις του θεραπευομένου. Αντίθετα, τον αμφισβητεί με φροντίδα, τον βοηθά να εξετάσει διαφορετικές οπτικές και να αντέξει την απαραίτητη «υγιή τριβή» ως μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Η ίδια η θεραπευτική σχέση λειτουργεί ως ασφαλές πλαίσιο, στο οποίο ο άνθρωπος δοκιμάζει νέους τρόπους σκέψης, επικοινωνίας και εμπιστοσύνης.
Ανθρωποι και chatbots
Παρότι θεωρεί ότι η ΤΝ δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ψυχοθεραπεία, ο Δημήτρης Παπαδημητριάδης κατανοεί γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να συνομιλήσουν με ένα chatbot. Το κάνουν, πολύ απλά, επειδή η πρόσβαση είναι άμεση, το κόστος είναι χαμηλό ή ακόμη και μηδενικό, ενώ η επικοινωνία μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας χωρίς ραντεβού. Για πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα εκείνους που αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα ή δυσκολεύονται να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους, η ανωνυμία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα.
Τα chatbots μπορούν επίσης να προσφέρουν βασική ψυχοεκπαίδευση, να βοηθήσουν κάποιον να οργανώσει τις σκέψεις του ή να λειτουργήσουν ως γέφυρα προς την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας, αποτελώντας μια πρώτη μορφή υποστήριξης σε ήπιες δυσκολίες, όπως το εργασιακό άγχος ή η διαχείριση της καθημερινότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν ακόμη να ενθαρρύνουν τον χρήστη να αναζητήσει βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Παρ’ όλα αυτά, η χρησιμότητά τους έχει σαφή όρια. Οταν η ψυχική δυσφορία επηρεάζει σημαντικά την εργασία, τις σχέσεις ή τη λειτουργικότητα του ατόμου ή όταν επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, η επαγγελματική θεραπευτική παρέμβαση παραμένει απαραίτητη.
Από την άλλη, η αποκλειστική εξάρτηση από την ΤΝ μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Ενας από τους βασικότερους κινδύνους είναι η καθυστέρηση της σωστής διάγνωσης. Ενας χρήστης μπορεί να καθησυχαστεί προσωρινά από τις απαντήσεις ενός chatbot και να αναβάλει την αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας. Επιπλέον, τα γλωσσικά μοντέλα έχουν την τάση να επιβεβαιώνουν πολλές φορές τις απόψεις του χρήστη αντί να τις αμφισβητούν δημιουργικά, όπως θα έκανε ένας θεραπευτής. Δεν διαθέτουν, επίσης, τη δυνατότητα να αξιολογήσουν αξιόπιστα μια σοβαρή ψυχιατρική κρίση ούτε να αναλάβουν την ευθύνη που απαιτούν τέτοιες καταστάσεις.
Ενας ακόμη κίνδυνος αφορά τη συναισθηματική εξάρτηση. Καθώς οι συνομιλίες γίνονται όλο και πιο φυσικές, ορισμένοι χρήστες ενδέχεται να αρχίσουν να αντικαθιστούν τις πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις με τη συνεχή επικοινωνία με ένα chatbot. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική απομόνωση αντί να την αντιμετωπίσει.
Κι όταν η ΤΝ κάνει λάθος;
Ενα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά την ευθύνη όταν οι απαντήσεις ενός chatbot αποδεικνύονται λανθασμένες ή επικίνδυνες. Σύμφωνα με τον Λευτέρη Χελιουδάκη, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης ανήκει στις εταιρείες που σχεδιάζουν και διαθέτουν τα συστήματα αυτά. Οφείλουν να ενημερώνουν με σαφήνεια τους χρήστες για τους περιορισμούς των εργαλείων τους και να τονίζουν ότι δεν αποτελούν υποκατάστατο των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κατανόησης και της ενσυναίσθησης, ενώ στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν συνείδηση ούτε πραγματική κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας.
Επιπλέον, πολλές ψηφιακές πλατφόρμες σχεδιάζονται ώστε να διατηρούν τον χρήστη όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο στην υπηρεσία τους. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν κάποιος βρίσκεται ήδη σε ψυχολογικά ευάλωτη κατάσταση.
Ο ίδιος θεωρεί ότι ευθύνη έχουν και οι δημόσιοι θεσμοί, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζουν αποτελεσματικά το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και οι πολίτες, μέσα από την ενίσχυση του ψηφιακού γραμματισμού και της γνώσης των δικαιωμάτων τους.
Συμπληρωματικό εργαλείο, όχι υποκατάστατο
Παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζουν, πάντως, κανείς από τους δύο ειδικούς δεν απορρίπτει την ΤΝ και τη χρήση της. Αντίθετα, θεωρούν ότι μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο συμπληρωματικό εργαλείο όταν χρησιμοποιείται σωστά.
Ο ψυχίατρος εκτιμά ότι μπορεί να συμβάλει στην ψυχοεκπαίδευση, στην υποστήριξη των θεραπευομένων μεταξύ των συνεδριών και στη μείωση του διοικητικού φόρτου των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Από την άλλη πλευρά, ο νομικός θεωρεί θεμιτή τη χρήση της όταν πραγματοποιείται με επιστημονική εποπτεία, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και πλήρη συμμόρφωση με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Τελικά, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μια μηχανή μπορεί να αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Το ζητούμενο είναι αν η κοινωνία θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης με τρόπο που να προστατεύει την ανθρώπινη σχέση, την ιδιωτικότητα, την αξιοπρέπεια και την αυτονομία των πολιτών. Διότι, όσο πειστικές κι αν είναι οι απαντήσεις των συστημάτων ΤΝ, η ψυχοθεραπεία στηρίζεται σε στοιχεία που καμία μηχανή δεν μπορεί να αναπαραγάγει πλήρως: την ανθρώπινη παρουσία, την ευθύνη, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και τη βαθιά κατανόηση που αναπτύσσεται μέσα από μια αυθεντική θεραπευτική σχέση.
Τα προσωπικά δεδομένα στο επίκεντρο
Εκτός από τις θεραπευτικές διαστάσεις, σημαντικά ζητήματα προκύπτουν και σε ό,τι αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ο Λευτέρης Χελιουδάκης επισημαίνει ότι οι χρήστες συχνά αποκαλύπτουν στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ιδιαίτερα προσωπικές πληροφορίες, όπως τραυματικές εμπειρίες, οικογενειακά προβλήματα, φόβους, συναισθηματικές δυσκολίες ή ακόμη και ψυχιατρικά συμπτώματα. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία ιδιαίτερα αναλυτικών ψυχολογικών προφίλ, τα οποία ενδέχεται να αξιοποιηθούν για εμπορικές υπηρεσίες και στόχευση καταναλωτών.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση διαθέτει ήδη ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τη διαφάνεια στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Οι χρήστες πρέπει να γνωρίζουν ότι συνομιλούν με ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης και να ενημερώνονται για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα δεδομένα τους.
Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη νομοθεσίας δεν εγγυάται αυτόματα την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Απαιτούνται η ουσιαστική συμμόρφωση των εταιρειών, ο αποτελεσματικός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές και η ενημέρωση των ίδιων των χρηστών.
Η ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης
Ο Λευτέρης Χελιουδάκης υπογραμμίζει ότι όταν ένας άνθρωπος μοιράζεται τις πιο προσωπικές του σκέψεις με ένα chatbot, στην πραγματικότητα τις εμπιστεύεται σε μια ιδιωτική εταιρεία τεχνολογίας και όχι σε έναν αδειοδοτημένο επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Παρότι υπάρχουν πολιτικές προστασίας δεδομένων, ο χρήστης έχει περιορισμένο έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο τα δεδομένα του αποθηκεύονται ή ενδέχεται να αξιοποιηθούν στο μέλλον. Για να γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά, χρησιμοποιεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: δύσκολα θα μοιραζόμασταν τις πιο προσωπικές μας σκέψεις με μια εταιρεία που παράγει παπούτσια ή αναψυκτικά. Το γεγονός ότι μια εταιρεία αναπτύσσει προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν σημαίνει ότι αποτελεί πάροχο υπηρεσιών ψυχικής υγείας.