Η Ευρώπη μετά τον Ορμπαν
Ο Βίκτορ Ορμπαν αποχωρεί από την εξουσία έπειτα από 16 χρόνια, κατά σύμπτωση όσα πέρασε στην πρωθυπουργία της Γερμανίας και η Ανγκελα Μέρκελ, η οποία ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλη αντίπαλός του όσο νόμιζαν οι οπαδοί και των δύο – μάλλον το αντίθετο. Για να έχουμε ένα μέτρο του πόσο μακρινή είναι η πρώτη εκλογή του Ορμπαν τον Απρίλιο του 2010, αρκεί να θυμηθούμε ότι έλαβε χώρα δύο ημέρες μετά το διάγγελμα του Γιώργου Παπανδρέου στο Καστελλόριζο που οδήγησε στο πρώτο Μνημόνιο.
Η ελληνική κρίση ήταν ένας αναπάντεχος σύμμαχος για τον Ορμπαν, ο οποίος εγκαθίδρυσε το καθεστώς του στην πρώτη του τετραετία όσο η Ευρώπη ήταν απορροφημένη με τον ΦΠΑ στη χωριάτικη και τις συντάξεις αναπηρίας στην Ελλάδα. Στερέωσε την εξουσία του στη δεύτερη τετραετία και πάλι σε διασύνδεση με τη χώρα μας, εκμεταλλευόμενος τους χειρισμούς του διδύμου Μέρκελ – Τσίπρα στην προσφυγική κρίση.
Αφήνει πίσω του μια διφορούμενη κληρονομιά. Μια χώρα διεφθαρμένη και σε οικονομική υποχώρηση σε σχέση με τους τρεις γείτονές της του Βίζεγκραντ, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται γοργά, όμως και μια διεθνή παρουσία πολύ μεγαλύτερη από το αντικειμενικό μέγεθος της Ουγγαρίας.
Ο Ορμπαν πρωτοστάτησε στη δημιουργία ενός υβριδίου εξωτερικής πολιτικής που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως «γεωιδεολογικό»: ένας συνδυασμός διεθνικού ιδεολογικού ακτιβισμού και εξισορρόπησης πολλαπλών γεωπολιτικών πιέσεων για να αποσπά κέρδη από παντού. Μιλούσε ως συντηρητικός ατλαντιστής σε συνέδρια Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, ως οπαδός της πολυπολικότητας με τη Μόσχα και το Πεκίνο, και ως εκφραστής μιας δεξιάς Ευρώπης στις Βρυξέλλες.
Επωφελούνταν ταυτόχρονα από γερμανικές επενδύσεις, κονδύλια της ΕΕ, τη νατοϊκή ομπρέλα ασφαλείας και ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία και την Κίνα. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κάποιος για τις ιδέες ή τη διακυβέρνησή του, απέδειξε ότι η πολυσχιδής εξωτερική πολιτική είναι ακόμα και για μια μικρή, περίκλειστη χώρα όπως η Ουγγαρία σε τελική ανάλυση ζήτημα θέλησης, φαντασίας και πρωτοβουλίας.
Η ήττα του Ορμπαν είναι μάλλον θετική εξέλιξη για την Ελλάδα. Υπήρξε σταθερός διπλωματικός σύμμαχος και προσωπικός φίλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του Εντι Ράμα και του Νίκολα Γκρούεφσκι, ενώ οι θέσεις του στο Μεταναστευτικό πάντα έβαζαν στο στόχαστρο τη χώρα μας.
Πιο έμμεσα, αλλά ίσως πιο σημαντικά σε βάθος χρόνου, η αποχώρησή του ξεμπλοκάρει το σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ στην εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα προς την Ουκρανία, αφαιρώντας δυναμική από την εντεινόμενη συζήτηση για παράκαμψη της ομοφωνίας, ένα ζήτημα στο οποίο η Ελλάδα υφίσταται πιέσεις τα τελευταία χρόνια. Παραδόξως, χωρίς τον «μπαμπούλα» του Ορμπαν και την εμμονή με αυτόν ως πράκτορα του Πούτιν, η αποχώρησή του ίσως κάνει την Ευρώπη λιγότερο ανασφαλή και περισσότερο ρεαλιστική στο πώς βλέπει το μέλλον της Ουκρανίας και τις προοπτικές τερματισμού του πολέμου. Ολα αυτά βέβαια έχοντας πάντα υπόψη ότι ο διάδοχός του έπρεπε να υποσχεθεί ότι δεν θα αλλάξει πολλές από τις πολιτικές του Ορμπαν προκειμένου να εκλεγεί.
Το πολιτικό τέλος του Ορμπαν θα έχει επιπτώσεις και σε έναν χώρο που στην Ελλάδα δεν παρακολουθούμε ιδιαίτερα, στο εξωτερικό όμως αναγνωρίζεται σήμερα ως κρίσιμο πεδίο διαμόρφωσης των διεθνών ισορροπιών: το στρατόπεδο της διεθνούς Δεξιάς, όπου ο Ορμπαν ήταν πανίσχυρος παίκτης ως χρηματοδότης ινστιτούτων, συνεδρίων, πολιτικών και κινημάτων σε διάφορες χώρες. Η ήττα του αποδυναμώνει τη λαϊκιστική, αντιδυτική, αντιπολεμική και φιλορωσική πτέρυγα αυτού του χώρου προς όφελος της πιο κλασικής συντηρητικής. Από αυτή την άποψη, μαζί με τον Ορμπαν οι άλλοι δύο μεγάλοι ηττημένοι των εκλογών στην Ουγγαρία είναι η Μαρίν Λεπέν και ο Τζέι Ντι Βανς. Ειδικά για τον τελευταίο και τις πολιτικές του φιλοδοξίες, το ταξίδι του στη Βουδαπέστη, όπου προσέφερε τη στήριξή του προεκλογικά στον Ορμπαν, και μετά στο Ισλαμαμπάντ, όπου έγινε το πρόσωπο της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με το Ιράν, αποδεικνύεται ένα τεράστιο πισωγύρισμα, από το οποίο είναι άγνωστο πώς θα ανακάμψει.