Αλαζονεία
Κάτι σοβαρό συμβαίνει στην κυβέρνηση και το συνειδητοποιώ τις τελευταίες μέρες. Υφίσταται μια μετάλλαξη, που ξέρω τι μου θυμίζει, αλλά δεν τολμώ να το ονομάσω προτού το περιγράψω. Ακουγα συνέντευξη επιφανούς αξιωματούχου του κυβερνώντος κόμματος, πρώην υπουργού (παραλείπω το όνομά του, διότι ειλικρινά ντράπηκα για δικό του λογαριασμό…), στην οποία ο επιφανής «απαντούσε» σε ερωτήσεις δημοσιογράφων για τα πρόσφατα κρούσματα αλαζονείας στην κυβέρνηση. Τα εισαγωγικά στο ρήμα παραπάνω είναι απαραίτητα, καθώς ο επιφανής απέκρουε τις ερωτήσεις, αμφισβητώντας τη βάση τους στην πραγματικότητα. «Δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο», «δεν ξέρω αν η φράση χρησιμοποιείται εκτός συμφραζομένων». Τέτοια σαχλά έλεγε, εξυπνακίστικες υπεκφυγές από γεγονότα γνωστά σε όλους.
Το εκνευριστικότερο όλων όμως δεν ήταν η άρνηση της πραγματικότητας με γελοία προσχήματα, αλλά η αυταρέσκεια στο ύφος του. Ηταν φανερό ότι ένιωθε βαθιά ικανοποιημένος με τον εαυτό του και την ευφυΐα του, πίστευε ότι εκείνη την ώρα έκανε τη δουλειά του με τον καλύτερο τρόπο, ότι του άξιζε και έπαινος! Εκεί πάνω, λοιπόν, εγώ θυμήθηκα τα γαλλικά μου και ο σκύλος μου τρόμαξε. Μα και εγώ είχα τρομάξει ακούγοντας τον κύριο αυτόν, γιατί ήταν σαν να είχαμε γυρίσει δεκαπέντε χρόνια πίσω και να άκουγα έναν συριζαίο αξιωματούχο στο απόγειο της αλαζονείας τους.
Η αλαζονεία της κυβέρνησης όχι μόνον είναι δεδομένη, αλλά δεν χαμπαριάζει κιόλας από προειδοποιήσεις, ακόμη και αν αυτές προέρχονται από την Ντόρα Μπακογιάννη. Γιατί όσο καλός υπουργός και αν είναι ο Αδωνις Γεωργιάδης (και είναι πράγματι) δεν δικαιολογείται να προσβάλλει δημοσίως συνομιλητή του (ας ήταν και δημοσιογράφος…) με την αναφορά σε μπάφους. Η αλαζονεία της κυβέρνησης όμως δεν αντιμετωπίζεται με επίδειξη βλακείας, όπως στην περίπτωση του κομματικού αξιωματούχου που αναφέρω στην αρχή. Είναι μάταιο και εν τέλει βλακώδες να αρνείσαι αυτό που όλοι οι άλλοι γύρω σου το βλέπουν καθαρά. Πολύ περισσότερο αν την επομένη σκοπεύεις κιόλας να ζητήσεις να σε εμπιστευθούν με την ψήφο τους. Και είναι εδώ ακριβώς το σημείο στο οποίο εντοπίζω την ομοιότητα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η άρνηση της πραγματικότητας ήταν το κύριο και το πλέον ενοχλητικό χαρακτηριστικό τους. Μάλιστα σου την έτριβαν και στη μούρη από πάνω.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν μια τόσο ευπρόσδεκτη αλλαγή το 2019 ακριβώς επειδή δεν έκρυβε τις δυσκολίες και δεν κρυβόταν. Η αναπόφευκτη πάροδος του χρόνου έφθειρε τα υλικά της – πάντα έτσι γίνεται, είναι ο νόμος της ζωής. Ηλθε όμως να προστεθεί από πάνω και το αίσθημα της απόλυτης ασφάλειας, λόγω της απουσίας αξιόπιστου αντιπάλου. Το αποτέλεσμα είναι πια ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Και δεν είναι μόνο ότι ενοχλεί ποικιλοτρόπως, είναι κυρίως ότι βλάπτει την ίδια την κυβέρνηση. Σε τελευταία ανάλυση και τη χώρα, αφού από τις επερχόμενες εκλογές το πιθανότερο είναι (τώρα – γιατί δεν ξέρω σε δύο μήνες τι θα συμβαίνει) ότι δεν θα προκύψει κυβέρνηση. Πάντως, ο καβγάς με την πραγματικότητα δεν είναι τρόπος για να αντιμετωπιστεί η αλαζονεία, ούτε βέβαια οι εξυπνακίστικες υπεκφυγές.
ΤΕΛΟΣ
Ηταν «The End of the Affair», για να θυμηθώ τη νουβέλα του Γκράχαμ Γκριν με το εξίσου θλιβερό τέλος. Εννοώ τις διαπραγματεύσεις για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Επί χρόνια είχε καλλιεργηθεί η εντύπωση από την ελληνική πλευρά ότι ήμασταν ανοικτοί στο σενάριο του δανεισμού, αφού τόσο καιρό μιλούσαμε με τους Βρετανούς, η επίσημη θέση των οποίων ποτέ δεν περιελάμβανε συζήτηση για την κυριότητα των Γλυπτών. Παραχώρηση της κυριότητας θα συνεπαγόταν δεκαετίες πανάκριβων δικαστικών μαχών για το Βρετανικό Μουσείο, ίσως και τον διασκορπισμό μέρους της συλλογής του στο τέλος. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Πρωθυπουργός, με άρθρο του στην εφημερίδα «The Guardian», γνωστοποιεί στην οικουμένη ότι τα θέλουμε πίσω με την κυριότητα, μια και καλή, για πάντα, σημαίνει τον τερματισμό των διαπραγματεύσεων. Χωρίς κοινό τόπο, τι διαπραγμάτευση να κάνουμε; Για να χάνουμε χρόνο;
Δεν είναι καθόλου αδιάφορο ότι η διακοπή συμβαίνει κάπως δραματικά και μάλιστα τώρα. Είμαστε καθ’ οδόν προς εκλογές, θυμίζω, το δε κυβερνών κόμμα κλίνει σταθερά επί δεξιά, για να κόψει τις διαρροές προς Σαμαρά.