Το στοίχημα της δημόσιας υγείας
Η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης δεν μετριέται από τον αριθμό των νέων φορέων που δημιουργεί, αλλά από το αν ο πολίτης αντιλαμβάνεται καλύτερες υπηρεσίες, ξεκάθαρες ευθύνες και ταχύτερες αποφάσεις. Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας για τη σύσταση του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων, τις ρυθμίσεις για το νοσηλευτικό επάγγελμα και τις Υγειονομικές Περιφέρειες, ανοίγει, ακριβώς γι’ αυτό, μια ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε σήμερα το κράτος.
Το νομοσχέδιο συγκροτεί έναν ιδιαίτερα φορτωμένο θεσμικό χάρτη, ο οποίος περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός νέου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με υποχρεωτική εγγραφή για όλους τους ψυχολόγους και δικά του αυτοτελή πειθαρχικά όργανα, τη θεσμοθέτηση δύο Εθνικών Παρατηρητηρίων για την Ψυχοθεραπεία και την Ψυχιατροδικαστική, καθώς και παράλληλες διατάξεις για τη στελέχωση των Υγειονομικών Περιφερειών, τη διοίκηση των νοσοκομείων και τη διαδικασία αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι επιμέρους ρυθμίσεις είναι αναγκαίες, αλλά αν συγκροτούν ένα συνεκτικό σύστημα διακυβέρνησης ή αν απλώς προσθέτουν νέα επίπεδα πάνω σε ένα ήδη σύνθετο διοικητικό οικοδόμημα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελούν τα δύο νέα Παρατηρητήρια, τα οποία έχουν αναμφίβολα σημαντικές αποστολές, όπως η συλλογή δεδομένων, η αξιολόγηση αναγκών, οι επιστημονικές εισηγήσεις, οι κατευθυντήριες οδηγίες και η υποστήριξη της πολιτικής υγείας. Ομως, πίσω από τους βαρύγδουπους τίτλους κρύβεται η ίδια δομική αδυναμία, καθώς και τα δύο παραμένουν καθαρά συμβουλευτικά και γνωμοδοτικά όργανα, συγκροτούνται με απόφαση του εκάστοτε υπουργού και υποστηρίζονται διοικητικά από την ήδη επιβεβαρυμένη υφιστάμενη υπηρεσία του υπουργείου. Δημιουργείται έτσι, ένας εύλογος προβληματισμός για το αν πρόκειται για πραγματικούς, αυτόνομους μηχανισμούς ανεξάρτητης επιστημονικής τεκμηρίωσης ή για ακόμη ένα επίπεδο γνωμοδότησης μέσα στην ίδια διοικητική πυραμίδα, που απλώς καθυστερεί τη λήψη αποφάσεων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν μιλάμε για σύγχρονη δημόσια διακυβέρνηση, καθώς η αποτελεσματικότητα δεν προκύπτει αυτόματα από την προσθήκη επιτροπών, συμβουλίων και παρατηρητηρίων. Αντίθετα, προϋποθέτει σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων για την αποφυγή επικαλύψεων, ενιαία πληροφοριακά συστήματα και ψηφιακά μητρώα που επικοινωνούν μεταξύ τους σε πραγματικό χρόνο, καθώς και μετρήσιμους στόχους με αυστηρούς μηχανισμούς λογοδοσίας. Αλλιώς, η διοίκηση κινδυνεύει να παράγει αυτό που γνωρίζουμε ιστορικά, δηλαδή πολλούς φορείς, ατέρμονες εισηγήσεις, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, και τελικά διάχυση της ευθύνης όταν κάτι πάει λάθος.
Υπάρχει και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση, αφού η ψυχική υγεία και η νοσηλευτική φροντίδα δεν ασκούνται απομονωμένα στα υπουργικά γραφεία ή στα μεγάλα νοσοκομεία, αλλά συνδέονται άρρηκτα με την πρωτοβάθμια φροντίδα, την κοινωνική πρόνοια, την εκπαίδευση, την εργασία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το ίδιο το σχέδιο νόμου αναγνωρίζει θεωρητικά την ανάγκη συνεργασίας με τους ΟΤΑ και άλλους δημόσιους φορείς, όμως αυτό πρέπει να μετατραπεί από μια γενική, ευκταία δυνατότητα συνεργασίας σε πραγματική πολυεπίπεδη διακυβέρνηση. Χρειάζεται θεσμοθέτηση ρόλων, μεταφορά συγκεκριμένων πόρων και ξεκάθαρες ευθύνες σε κάθε διοικητικό επίπεδο.
Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι πόσοι ακόμη θεσμοί θα προστατευθούν ή θα προστεθούν στο κράτος, αλλά αν οι υφιστάμενοι και οι νέοι φορείς θα λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο, ευέλικτο δίκτυο. Αν το κράτος θέλει πραγματικά να περάσει από τη διοίκηση των διαδικασιών στη διοίκηση των αποτελεσμάτων, χρειάζεται λιγότερη θεσμική επικάλυψη και περισσότερη επιχειρησιακή διασύνδεση, διότι στη δημόσια διοίκηση η πραγματική μεταρρύθμιση αρχίζει, μόνο όταν κάποιος μπορεί να απαντήσει με απόλυτη σαφήνεια σε τρία βασικά ερωτήματα: ποιος αποφασίζει, ποιος υλοποιεί και ποιος λογοδοτεί.