Πώς ο Μπέρναμ θέλει να ξαναστήσει τη βρετανική οικονομία χωρίς εκτόξευση των δαπανών
Η Βρετανία βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή οικονομικού μοντέλου, καθώς ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη χρόνια αδυναμία ανάπτυξης χωρίς να στηρίξει την πολιτική του αποκλειστικά σε μια νέα μεγάλη αύξηση των κρατικών δαπανών. Η συνταγή του βασίζεται σε δύο παράλληλες κινήσεις: μεταφορά εξουσιών και πόρων από το Λονδίνο προς τις περιφέρειες και σταδιακή επιστροφή βασικών υπηρεσιών υπό δημόσιο έλεγχο. Ο στόχος είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η βρετανική οικονομία, χωρίς να δημιουργηθεί ένας νέος κύκλος ανεξέλεγκτων δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Η φιλοσοφία του Μπέρναμ ξεκινά από μια βασική παραδοχή: το υπερβολικά συγκεντρωτικό βρετανικό κράτος έχει αποτύχει να δημιουργήσει ισόρροπη ανάπτυξη. Για δεκαετίες, μεγάλο μέρος των επενδύσεων, των θέσεων εργασίας υψηλής παραγωγικότητας και της οικονομικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται στο Λονδίνο και στη νοτιοανατολική Αγγλία, ενώ πολλές περιοχές του βορρά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της αποβιομηχάνισης. Ο νέος πρωθυπουργός θέλει να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση, μεταφέροντας αποφάσεις πιο κοντά στις τοπικές κοινωνίες και δίνοντας στους περιφερειακούς δημάρχους μεγαλύτερο έλεγχο σε μεταφορές, κατοικία, απασχόληση και δημόσιες υπηρεσίες.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου είναι η δημοσιονομική αποκέντρωση. Οι τοπικές αρχές δεν θα πρέπει απλώς να λαμβάνουν επιχορηγήσεις από το Γουάιτχολ, αλλά να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να κρατούν μέρος των φορολογικών εσόδων που παράγονται στις περιοχές τους. Η κυβέρνηση έχει ήδη προωθήσει σχέδια ώστε οι περιφερειακοί δήμαρχοι να αποκτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο από τον φόρο εισοδήματος και τους φόρους επί των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα να έχουν περισσότερη ελευθερία στον σχεδιασμό των επενδύσεων. Πρόκειται για αλλαγή που μπορεί να μετατρέψει τις περιφέρειες από παθητικούς αποδέκτες κρατικών πόρων σε ενεργούς οικονομικούς παράγοντες.
Ο Μπέρναμ θέλει να μεταφέρει αυτή τη λογική και στις δημόσιες υπηρεσίες. Η επαναφορά της δημόσιας ιδιοκτησίας σε κρίσιμες υποδομές, όπως το νερό και η ενέργεια, αποτελεί βασικό κομμάτι της πολιτικής του. Το επιχείρημα είναι ότι υπηρεσίες ζωτικής σημασίας δεν πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά με κριτήριο τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων για τους μετόχους. Αντίθετα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία μακροπρόθεσμων επενδύσεων, χαμηλότερου κόστους για τα νοικοκυριά και ενίσχυσης της παραγωγικότητας. Η κυβέρνηση εξετάζει ένα πολυετές σχέδιο δημόσιου ελέγχου, ξεκινώντας από τις μεταφορές και επεκτεινόμενο σταδιακά σε άλλες υποδομές.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτή η πολιτική. Η Βρετανία δεν διαθέτει απεριόριστο δημοσιονομικό χώρο. Το δημόσιο χρέος είναι υψηλό, η ανάπτυξη παραμένει ασθενής και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά. Η απόδοση του δεκαετούς βρετανικού gilt έχει φτάσει περίπου στο 5,2%, ενώ η τριακονταετής απόδοση κινείται κοντά στο 5,9%, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Αυτό περιορίζει δραστικά την ευχέρεια της κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει νέες πολιτικές απλώς μέσω μεγαλύτερου δανεισμού.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση του «μοντέλου Μπέρναμ». Η ιδέα είναι ότι η αναδιοργάνωση του κράτους μπορεί να λειτουργήσει ως αναπτυξιακή πολιτική χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη αύξηση των δημοσίων δαπανών. Εάν, για παράδειγμα, οι περιφέρειες αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να σχεδιάζουν μεταφορές, κατοικία και υποδομές σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες τους, οι επενδύσεις θα μπορούσαν να γίνουν αποτελεσματικότερες. Παράλληλα, ένας δημόσιος πάροχος μπορεί να επανεπενδύει τα κέρδη του στο ίδιο το δίκτυο αντί να τα διανέμει στους μετόχους.
Ωστόσο, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η επιστροφή στην κρατική ιδιοκτησία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση καλύτερης οικονομικής διαχείρισης. Η επανακρατικοποίηση απαιτεί κεφάλαια, τεχνογνωσία και αποτελεσματική διοίκηση. Εάν οι κρατικές επιχειρήσεις λειτουργήσουν με πολιτικά κριτήρια και όχι με αυστηρούς κανόνες παραγωγικότητας, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι υψηλότερο κόστος για τον φορολογούμενο. Οι συντηρητικοί αντίπαλοι του Μπέρναμ τον κατηγορούν ήδη ότι επιστρέφει σε οικονομικές συνταγές που θυμίζουν τη δεκαετία του 1970 και προειδοποιούν ότι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση μπορεί να πλήξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η άλλη μεγάλη ιδέα του Μπέρναμ είναι ότι η ανάπτυξη πρέπει να ξεκινά «από κάτω προς τα πάνω». Το Λονδίνο δεν μπορεί, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του, να διατάξει την οικονομική ανάπτυξη στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας. Χρειάζεται να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι ίδιες οι περιφέρειες να αποφασίζουν πού θα επενδύσουν, ποιες υποδομές χρειάζονται και ποιους παραγωγικούς κλάδους μπορούν να αναπτύξουν. Η εμπειρία του Μάντσεστερ, όπου ο ίδιος διετέλεσε δήμαρχος, αποτελεί το βασικό πρότυπο αυτής της προσέγγισης.
Για να υπηρετήσει αυτόν τον στόχο, η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει το «No 10 North» στο Μάντσεστερ, μεταφέροντας ένα μέρος της κυβερνητικής λειτουργίας εκτός Λονδίνου και επαναφέροντας παράλληλα το National Economic Council με συμμετοχή περιφερειακών δημάρχων. Η συμβολική σημασία είναι μεγάλη: η οικονομική πολιτική δεν θα σχεδιάζεται αποκλειστικά στο Γουάιτχολ, αλλά θα πρέπει να ενσωματώνει περισσότερο τις ανάγκες των περιφερειών.
Το στοίχημα, πάντως, είναι τεράστιο. Ο Μπέρναμ καλείται να αποδείξει ότι η αποκέντρωση μπορεί πράγματι να αυξήσει την παραγωγικότητα, ότι η δημόσια ιδιοκτησία μπορεί να μειώσει το κόστος αντί να αυξήσει τις δαπάνες και ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές απαιτούν δημοσιονομική πειθαρχία.
Η βρετανική οικονομία επομένως γίνεται το πεδίο μιας ευρύτερης ιδεολογικής δοκιμής. Ο Μπέρναμ δεν προτείνει απλώς περισσότερες κρατικές δαπάνες. Προτείνει να αλλάξει το ίδιο το κράτος: να γίνει λιγότερο συγκεντρωτικό, να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο σε στρατηγικές υπηρεσίες και να μεταφέρει την οικονομική ισχύ στις περιφέρειες. Αν το σχέδιο πετύχει, μπορεί να αποτελέσει ένα νέο μοντέλο για μια χώρα που παλεύει με χαμηλή παραγωγικότητα, περιφερειακές ανισότητες και υψηλό κόστος διαβίωσης. Αν αποτύχει, όμως, η Βρετανία κινδυνεύει να βρεθεί με ένα ακριβότερο κράτος, μεγαλύτερο δημόσιο ρίσκο και ακόμη μεγαλύτερη πίεση από τις αγορές ομολόγων.