Οι ωδίνες της Κεντροαριστεράς
Η γνωστή φράση του Α. Γκράμσι «ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί» ταιριάζει στο να περιγράψει την πολιτική και εκλογική αδυναμία της Κεντροαριστεράς, σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από πολιτική ρευστότητα και κενό εξουσίας. Στο ελληνικό κομματικό σύστημα η έννοια της Κεντροαριστεράς αναπτύσσεται σε δύο περιπτώσεις. Τη δεκαετία του 1960, ως κοινωνική συμμαχία μεταξύ ΕΑΜογενούς πληθυσμού και νέων αγροτικών στρωμάτων που μετακινήθηκαν στα αστικά κέντρα.
Οι κινητοποιήσεις για την υπέρβαση της μετεμφυλιακής θέσμισης (ανένδοτος αγώνας, Ιουλιανά), οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση της Ενωσης Κέντρου και τη δημιουργία αριστερής πτέρυγας υπό τον Ανδ. Παπανδρέου. Η δεύτερη, από τη δεκαετία του 1990, όταν το ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκε προς το «Κέντρο του πολιτικού φάσματος» για να δικαιολογήσει (εκλογικά) την ιδεολογική και οργανωτική του στροφή με την αποδοχή του «εκσυγχρονιστικού» νεοφιλελευθερισμού και την εγκατάλειψη της οργανωτικής δομής του κόμματος μαζών.
Στη συγκυρία, παρατηρούμε τις ωδίνες των κομμάτων της Κεντροαριστεράς λόγω της αδυναμίας τους, να εκφράσουν το κενό της πολιτικής εκπροσώπησης, καθώς χαρακτηρίζονται από οργανωτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά ελλείμματα. Το ΠΑΣΟΚ είναι πολιτικά εγκλωβισμένο στην «εμμονή» για δικαίωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών του μνημονίου και στη διατήρηση του οργανωτικού μοντέλου του «ανοιχτού κόμματος». Η άρνηση συνεργασίας με τον Α. Τσίπρα λειτουργεί αντίθετα σε σχέση με τις εκλογές του 2023, καθώς το εμφανίζει ως κεντροδεξιό κόμμα, πιο κοντά στη ΝΔ, και απέναντι σε προοπτική κυβερνητικής αλλαγής – επίδικο για μέρος του εκλογικού σώματος.
Η ΕΛΑΣ βασίζεται στην προσωπικότητα του Α. Τσίπρα, που ως πρωθυπουργός αναδεικνύεται ως αντίπαλον δέος στον Κυρ. Μητσοτάκη. Ωστόσο, η έλλειψη μαζικής οργανωτικής δομής, αλλά και η σαφής ιδεολογική μετακίνηση (σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ) προς καθαρά διαχειριστική λογική περιορίζει την πολιτική και εκλογική του δυναμική.
Η Πλεύση Ελευθερίας, παρότι εκφράζει την αντι-μνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και τα αιτήματα του Κινήματος των Τεμπών, η δυναμική που αναπτύσσει δεν φαίνεται να μπορεί να μετεξελιχθεί σε πρόταση εξουσίας, λόγω του προσωποπαγούς χαρακτήρα, ενώ η απουσία οργανωτικής δομής μαζικού κόμματος οδηγεί στην αδυναμία πολιτικοποίησης και εκπροσώπησης του κινήματος. Το ΚΚΕ από την άλλη, διαθέτει οργανωτική δομή κόμματος μαζών και ριζοσπαστική ιδεολογία. Ωστόσο, η στρατηγική, από στις εκλογές του 2012, να μη διεκδικεί την κυβέρνηση, το κατατάσσει περισσότερο ως ομάδα πίεσης (εργατικό συνδικάτο–ΠΑΜΕ) ή πολιτιστικό σύλλογο (συναυλίες/αφιερώματα), παρά σε ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία με όρους, λενινιστικούς, όπως για παράδειγμα το «Εδώ και Τώρα» του ΠΑΣΟΚ το 1981.
Οι συγκεκριμένες εξελίξεις φαίνεται πως επιβεβαιώνουν τη ρήση του Α. Γκράμσι για το παλαιό που έχει πεθάνει (οργανωτικά, ιδεολογικά, στρατηγικά). Και αφού το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα, κυριαρχεί η «εποχή των τεράτων», με τη μετακίνηση του κράτους προς πιο αυταρχικό χαρακτήρα, την άνοδο της Ακροδεξιάς και την απονομιμοποίηση βασικών θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας (κόμματα, συνδικάτα, κυβέρνηση).
Τα κόμματα της Κεντροαριστεράς θα πρέπει να κατανοήσουν πως η Δημοκρατία δεν είναι απλώς η έμφαση στον ηγέτη ή απλή κυβερνητική εναλλαγή. Αντίθετα, απαιτείται οργάνωση, ώστε να εκφράσει τον νέο καταμερισμό της εργασίας, να οικοδομήσει και να πολιτικοποιήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία, έχοντας εναλλακτικό σχέδιο με έμφαση στη συλλογικότητα. Η διαμόρφωση κοινωνικής πλειοψηφίας με πολιτικά χαρακτηριστικά αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα, για να γίνει ηγεμονική πρόταση και να αλλάξει τους συσχετισμούς στο κράτος. Και εδώ βρίσκεται το βασικό επίδικο. Οπως λέει και ο Γ. Σεφέρης στην Αρνηση, «[…]πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή».
Ο Χρύσανθος Δ. Τάσσης είναι αναπληρωτής καθηγητής με αντικείμενο Πολιτική Κοινωνιολογία και Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του ΔΠΘ, επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Shippensburg, στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ