Βαβέλ και Ιερουσαλήμ
Ο Πάπας Λέων ΙΔ‘ είναι αντικειμενικά συνεργάτης των κινέζων κομμουνιστών, συμπεριφέρεται σαν πράκτορας του Κινεζικού ΚΚ. Η κουφή επίθεση προέρχεται από τον Peter Thiel, ιδιόρρυθμο παράδειγμα της σύγκλισης μιας μερίδας των ολιγαρχών της Silicon Valley με τον τραμπισμό. Ο Πάπας είναι ένοχος γιατί στην πρώτη του εγκύκλιο (15/5/2026), με τίτλο «Magnifica Humanitas» (Θαυμαστή Ανθρωπότητα.
Για την προστασία του ανθρώπινου προσώπου στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης) επισημαίνει, όχι μόνο τις νέες δυνατότητες αλλά και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ). Κατά τον Petre Thiel όμως, κάθε εμπόδιο στην απεριόριστη ανάπτυξη της τεχνολογίας παίζει το παιχνίδι των Κινέζων. Ευτυχώς, δεν είναι η μόνη φωνή στη Silicon Valley. Στην επίσημη παρουσίαση της εγκυκλίου στο Βατικανό, πρώτος τον λόγο πήρε ο Christopher Olah, συνιδρυτής της Anthropic, εταιρείας, που έχοντας μια έγνοια για τις κοινωνικές επιπτώσεις, ήρθε σε αντιπαράθεση με τη CIA και το Πεντάγωνο.
Η ΤΝ απασχολεί πια συστηματικά την επικαιρότητα για τις ηθικές, πολιτικές, γεωπολιτικές, κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις της· συνιστά πλέον αφετηρία μιας νέας και αμφίσημης εποχής. Κατά τούτο, η παπική παρέμβαση είναι σημαντική και αφορά τους πάντες, όχι μόνο τους πιστούς. Αλλωστε, ο Πάπας Λέων ΙΔ’ ακολούθησε μια μακρά παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας να αναπροσανατολίζεται πολιτικά και θεολογικά στις μείζονες στροφές της Ιστορίας.
Πράγματι, το 1891 ο Πάπας Λέων ΙΓ’ δημοσιοποιούσε την εγκύκλιο «Rerum Novarum» (Περί των νέων συνθηκών: Δικαιώματα και υποχρεώσεις του κεφαλαίου και της εργασίας) με την οποία η Καθολική Εκκλησία επιχειρούσε να προσαρμοστεί στον βιομηχανικό καπιταλισμό και στη βιομηχανική κοινωνία, εμφανιζόμενη ως «τρίτη λύση» μεταξύ του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού. Η «Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας» καταδίκαζε τις υπερβολές του αγοραίου καπιταλισμού και προσέφερε το ιδεολογικό-πολιτικό πλαίσιο για τη δημιουργία των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων μερικά χρόνια αργότερα. Σε επόμενες «στροφές της Ιστορίας» η Καθολική Εκκλησία θα αναπροσανατολίσει και πάλι τη δράση και τη θεωρία της.
Το 1961 η εγκύκλιος «Mater et Magistra» (Μητέρα και Δασκάλα: Περί του χριστιανισμού και της κοινωνικής προόδου) του σπουδαίου Πάπα Ιωάννη ΚΓ’ ανανέωνε την «Κοινωνική Διδασκαλία της Εκκλησίας», συγχρονίζοντάς την με την κουλτούρα του «κεϊνσιανού μεταρρυθμισμού» και του κοινωνικού κράτους υποστηρίζοντας το «άνοιγμα προς τα αριστερά» των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων της εποχής. Λίγο αργότερα τον Απρίλιο του 1963, αμέσως μετά την κρίση της Κούβας, ο ίδιος Πάπας θα εκδώσει την εγκύκλιο «Pacem in Terris», μια πολιτική και θεολογική συνηγορία για την ειρηνική συνύπαρξη και την ύφεση στη νέα εποχή των πυρηνικών όπλων.
Αμεση ήταν η υποδοχή της έκκλησης από τον ιστορικό ηγέτη του ιταλικού ΚΚ Παλμίρο Τολιάττι, ενός από τους σημαντικότερους πολιτικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ηταν η εποχή που η Καθολική Εκκλησία με τη Β’ Βατικανή Οικουμενική Σύνοδο 1962-1965 επανακαθόριζε τη σχέση της με τη νεωτερικότητα, ενώ παράλληλα ο δυτικός μαρξισμός άρχισε να παίρνει αποστάσεις από τον σοβιετικό κομμουνισμό και να αξιοδοτεί τη Δημοκρατία, ως το θεμελιακό στοιχείο της πολιτικής νεωτερικότητας.
Πιο πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2015, η Καθολική Εκκλησία τοποθετήθηκε πολιτικά και θεολογικά απέναντι στο μείζον ζήτημα της κλιματικής κρίσης με την εγκύκλιο «Laudato Si» (Δοξασμένος να είσαι. Για την φροντίδα του κοινού σπιτιού) του Πάπα Φραγκίσκου, όπου δεν παρέλειπε να εγκωμιάσει τις ανάλογες παρεμβάσεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου «με τον οποίο συμμεριζόμαστε την ελπίδα της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας» (παράγραφοι 7, 8, 9).
Συνεχίζοντας λοιπόν «την πορεία της Εκκλησίας μέσα στην ανθρώπινη ιστορία», ο σημερινός Πάπας αναδεικνύει την τεχνητή νοημοσύνη, ως το νέο ιστορικό ζήτημα. «Κάθε γενιά κληρονομεί το καθήκον να δώσει μορφή στη δική της εποχή, να καλλιεργεί την Ιστορία, ως τόπο όπου προστατεύεται η αξιοπρέπεια κάθε ατόμου, προωθείται η Δικαιοσύνη και καθίσταται δυνατή η αδελφοσύνη. Αλλά κάθε εποχή αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να οικοδομήσει έναν απάνθρωπο και πιο άδικο κόσμο» (παράγραφος 1). Η εγκύκλιος συνοψίζει το δίλημμα με δύο βιβλικές εικόνες: Βαβέλ ή Ιερουσαλήμ; (παρ. 7, 8, 9, 10).
Ο Πύργος της Βαβέλ στην Παλαιά Διαθήκη αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη ύβρη που καταλήγει στην αποτυχία. Εν προκειμένω, κατά το εξουσιαστικό, ολιγαρχικό και ανεξέλεγκτο «τεχνολογικό παράδειγμα», η ΤΝ θα τείνει να υποβαθμίσει τον άνθρωπο σε αντικείμενο «προς βελτιστοποίηση». Η εναλλακτική εικόνα είναι η ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ιερουσαλήμ, που κατά το βιβλίο του Νεεμία, έγινε συλλογικά, με κοινή προσευχή, συμμετοχή, συνεννόηση και συνευθύνη όλων των κατοίκων. Ετσι και η εγκύκλιος ελπίζει σε ένα άλλο παράδειγμα που θα βασίζεται στη λογοδοσία, στη διαφάνεια των αλγορίθμων, στο όφελος όλων από την καινοτομία, στην προστασία των αδύναμων, των εργαζομένων – περιλαμβανομένων και των «αόρατων» στα ορυχεία των σπάνιων γαιών της Κίνας, της Αφρικής ή όπου αλλού.
Η ανάλυση έχει μια συστηματικότητα και πολιτικότητα που δεν βρίσκουμε πια στα καθοδηγητικά κείμενα των κομμάτων. Δεν ξεπέφτει σε στείρα κινδυνολογία, προτείνει μια πολυδιάστατη εκτίμηση των διλημμάτων, των δυνατοτήτων και των κινδύνων που μπορούν να προκύψουν στα μείζονα πεδία της ανθρώπινης ζωής: στον πόλεμο, στην εργασία, στις ανισότητες, στην επικοινωνία, στην εκπαίδευση, στην οικογένεια. Κρίνει κατεπείγουσα την ανάγκη διεθνούς συνεργασίας για την καθιέρωση κοινών κανόνων σε διεθνές επίπεδο. Στόχος «να προχωρήσει η τεχνική χωρίς να οπισθοδρομήσει η καρδιά». (126)
Η προειδοποίηση επιμένει ιδιαίτερα στην ανθρωπολογική διάσταση. Η ΤΝ δεν είναι ένα νέο τεχνολογικό εργαλείο, αλλά μια νέα κατάσταση που επερωτά την έννοια της «ανθρωπινότητας» του ανθρώπου. Ξέρουμε ότι η δημόσια συζήτηση και οι σχετικές αντιπαραθέσεις έχουν θέσει εδώ και αρκετό καιρό κεφαλαιώδη ερωτήματα που πριν από λίγα χρόνια βλέπαμε στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μπορεί να αυτονομηθούν οι «μηχανές»; Μπορούν να αποκτήσουν συνείδηση; Μπορούν να χειραγωγήσουν τον άνθρωπο υποβιβάζοντάς τον σε χρήστη-εργαλείο των αλγορίθμων; Οδεύουμε σε μια νέα κατάσταση transhuman;
Σε αυτή την όλο και πιο δραματική αντιπαράθεση, η παπική εγκύκλιος θέλει να διασώσει την κεντρικότητα του ανθρώπινου προσώπου και την ικανότητά του να αξιολογεί ηθικά τις επιλογές του. Αλλο ο υπολογισμός και η αποτελεσματικότητα της ΤΝ και άλλο η ηθική αξιολόγηση και οι συνειδησιακές επιλογές του ανθρώπου. Η διάκριση γίνεται κατηγορηματική, όταν σε αντίθεση με τις φαντασιώσεις του μελλοντικού τεχνολογικού «υπεράνθρωπου», η εγκύκλιος αντιπαραθέτει τον βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα του ορίου και την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Η γνώση της αδυναμίας, της ασθένειας, των γηρατειών, της τρωτότητας ανοίγουν τον άνθρωπο στη σχέση, στη συμπόνια, στην αλληλεγγύη, στη γενναιοδωρία. «Η «ανθρωπινότητα» δεν ανθίζει παρά το όριο, αλλά μέσω του ορίου». (118)
Θα χρειαζόταν πολύς χώρος για να παρουσιαστεί η «Magnifica Humanitas» και τα ποικίλα σχόλια που ακολούθησαν. Αναμφισβήτητα πάντως, συνιστά μια δυναμική παρέμβαση στο καίριο ζήτημα της νέας εποχής. Δεν είναι δουλειά των Εκκλησιών να δώσουν λύσεις· όμως με το κύρος, την ιστορία και τον παγκόσμιο χαρακτήρα τους, θέτουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο