Το Ιράν, το Ισραήλ και οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ
Οι ενδιάμεσες εκλογές (midterm elections) αποτελούν παραδοσιακά ένα, συν τοις άλλοις, δημοψήφισμα για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, η δημοφιλία του οποίου παίζει σημαντικό ρόλο στις επιλογές των ψηφοφόρων. Υπό την έννοια αυτή, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν μπορεί να αισθάνεται ιδιαίτερα ήσυχο τρεις μήνες πριν στηθούν οι κάλπες.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η αποδοχή (approval rate) του Ντόναλντ Τραμπ αγγίζει το ιστορικό χαμηλό της πρώτης του τετραετίας, και μέρος της συμμαχίας που τον επανέφερε στη εξουσία, ιδίως οι χαμηλόμισθοι, έχουν απογοητευτεί με την αδυναμία του να τιθασεύσει τις ολοένα αυξανόμενες τιμές στη αντλία και το σουπερμάρκετ.
Εάν κανείς συνυπολογίσει το μικρό μπόνους που το μειοψηφούν κόμμα στο Κογκρέσο συνήθως απολαμβάνει ενόψει ενδιάμεσων εκλογών, είναι απολύτως λογικό να εικάσει πως οι Δημοκρατικοί θα επανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων τον Νοέμβριο. Επίσης, διατηρούν κάποιες πιθανότητες να πλειοψηφήσουν και στη Γερουσία, όπου ωστόσο οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν το πάνω χέρι (53 έναντι 47) και μια αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων θα είναι πολύ δύσκολη.
Είναι αξιοσημείωτο πως, ενώ το αμερικανικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του διακηρύσσει εδώ και χρόνια πως οι περιπέτειες στο εξωτερικό (foreign adventures) είναι ζημιογόνες, μεγάλοι πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου μέχρι ώρας είναι το Ιράν και το Ισραήλ. Το πρώτο για ευνόητους λόγους που απορρέουν από τον συνεχιζόμενο πόλεμο, έναν πόλεμο από τον οποίο ο πρόεδρος Τραμπ πασχίζει να απαγκιστρωθεί με μηδενική, έως τώρα, επιτυχία. Ο εγκλωβισμός Τραμπ ανάμεσα στη συνέχιση του πολέμου και τη λήξη του με τις ευλογίες μίας ικανοποιημένης Τεχεράνης που θα απολαμβάνει αναπτερωμένο ηθικό, ου μην και έσοδα από ναύλους διέλευσης των Στενών του Ορμούζ, καθιστά την προσπάθεια του GOP να πείσει για τα (όποια) επιτεύγματά του δυσχερή. Το γεγονός δε πως πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι η μέση τιμή του ντίζελ πανεθνικά ξεπέρασε τον μέσο όρο της τετραετίας Μπάιντεν προσφέρει επιπλέον όπλα στις Δημοκρατικές επιθέσεις έναντι του Τραμπ και των συν αυτώ.
Και το Ισραήλ, όμως, έχει την τιμητική του μέχρι ώρας, για πολλούς και διάφορους λόγους. Πρώτον, γιατί είναι ευρέα διαδεδομένη η πεποίθηση στην Αμερική πως ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι απλά επιλογής (a war of choice), αλλά επιλογής της κυβέρνησης του Ισραήλ και συγκεκριμένα του πρωθυπουργού Νεντανιάχου που την επέβαλε στην Ουάσιγκτον.
Δεύτερον, για πρώτη φορά οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η πλειοψηφία των Αμερικανών έχει αρνητική γνώμη για το Ισραήλ (έως και 60%). Τέλος, μια νέα γενιά ακτιβιστών που οργανώνονται είτε εντός του Δημοκρατικού Κόμματος είτε στις παρυφές του, στοχοποιεί το Ισραήλ για τους λόγους που προαναφέρθηκαν αλλά προχωράει και παραπέρα, τσουβαλιάζοντας τους Εβραίους με τρόπο επικίνδυνο και δυνάμει μισαλλόδοξο, τρομάζοντας τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και αναδεικνύοντας θεωρίες συνωμοσίας ως πρωτεύον πολιτικό υλικό.
Την περασμένη εβδομάδα στην πολιτεία του Μίσιγκαν, οι προκριματικές εκλογές για τη Γερουσία έδωσαν στον αμερικανό αιγυπτιακής καταγωγής Abdul El-Sayed το χρίσμα των Δημοκρατικών, καθώς επικράτησε της μετριοπαθούς αντιπάλου του και μέλος του Κογκρέσου Haley Stevens με 49% έναντι 47%. Η αναφανδόν χρηματική υποστήριξη του εβραϊκού λόμπι στην καμπάνια της Stevens και οι θέσεις του El-Sayed αναφορικά με την ανάγκη «απεξάρτησης» της πολιτικής από το «ξένο χρήμα» είναι δηλωτική της αυξανόμενης επιρροής των λεγόμενων προοδευτικών (progressive wing) εντός των Δημοκρατικών.
Μετά την επικράτηση Mαμντάνι στη Νέα Υόρκη, το Μίσιγκαν πιστοποιεί πως οι ψηφοφόροι, ή τουλάχιστον αρκετοί εξ αυτών, επιθυμούν βαθιές αλλαγές στη πολιτική διαδικασία και είναι έτοιμοι να επιλέξουν ριζοσπαστικές θέσεις. Αλλωστε, η επικράτηση Τραμπ το αποδεικνύει. Από την άλλη, τα αποτελέσματα στο Μίσιγκαν δεικνύουν πως οι Δημοκρατικοί παραμένουν αναποφάσιστοι αναφορικά με την κατεύθυνση, μετριοπαθή ή πιο ριζοσπαστική, που θα πρέπει να υιοθετήσει το κόμμα ενόψει των επερχόμενων αναμετρήσεων. Οι αρνητικές γνώμες για το κόμμα συναγωνίζονται με τα αντίστοιχα χαμηλά ποσοστά του προέδρου Τραμπ, δημιουργώντας έτσι ένα εύθραυστο πολιτικό σκηνικό.
Ο Δημήτρης Τσαρούχας είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιικής στο Virginia Tech και Senior Fellow του προγράμματος «Θεόδωρος Κουλουμπής» του ΕΛΙΑΜΕΠ στην Ουάσιγκτον.