Ντέιβιντ Χόκνι (1937-2026): Ζωή αφιερωμένη στην αφύπνιση του βλέμματος
«Η έμφυτη ικανότητα του να κατανοεί κανείς με τα μάτια έχει πέσει σε λήθαργο και πρέπει να αφυπνισθεί. Αυτό μπορεί να επιτελεσθεί με τη χρήση του μολυβιού, του πινέλου, της σμίλης, και πιθανώς της φωτογραφικής μηχανής». Αυτά έγραφε ο Rudolf Arnheim στο Art and Visual Perception το 1974. Πενήντα χρόνια αργότερα, η ζωή και το έργο του Ντέιβιντ Χόκνι διαβάζονται σαν η πιο πλήρης και πιο επίμονη απόδειξη αυτής της ιδέας. Ο Χόκνι δεν ήταν απλώς ένας καλλιτέχνης που ζωγράφιζε. Ηταν ένας άνθρωπος που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στο να αφυπνίσει το βλέμμα: το δικό του πρώτα, και μέσα από το έργο του, το δικό μας στη συνέχεια.
Γεννημένος το 1937 στο Μπράντφορντ της βόρειας Αγγλίας, ο Χόκνι μεγάλωσε σε μια πόλη χωρίς ήλιο, ή τουλάχιστον χωρίς τις δυνατές σκιές που εκείνος θα αναζητούσε αργότερα. Στα δεκαέξι του εισήχθη στο Bradford School of Art. Εκεί έμαθε αυτό που θεωρούσε θεμελιώδες: ότι η διδασκαλία του σχεδίου είναι απλώς η διδασκαλία του να κοιτάς. Καθόταν γύρω από ζωντανό μοντέλο κι όταν ο δάσκαλος ερχόταν κι άρχιζε να σχεδιάζει τον ίδιο ώμο που εκείνος σχεδίαζε, ο νεαρός Χόκνι συνειδητοποιούσε ότι ο δάσκαλος έβλεπε περισσότερα. Και όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του, τότε καταλάβαινε ότι δεν κοίταζε αρκετά σκληρά. Αυτή η φράση δεν είναι απλώς περιγραφή μιας παιδαγωγικής στιγμής. Είναι ολόκληρο το πρόγραμμα μιας ζωής. Η επιθυμία να κοιτά πιο σκληρά, πιο βαθιά, πιο επίμονα, τον οδήγησε σε μια από τις πιο πλούσιες και ανήσυχες καριέρες στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης.
Αποφοίτησε από το Royal College of Art το 1962 ενώ τιμήθηκε με Χρυσό Μετάλλιο (Gold Metal) για τη συνεισφορά του στη ζωγραφική πριν καν αποφοιτήσει. Αμέσως μετά κατευθύνθηκε προς το Λος Αντζελες. Εκεί βρήκε αυτό που αναζητούσε: φως δέκα φορές πιο δυνατό από ό,τι στην Αγγλία, καθαρές γραμμές, επίπεδες επιφάνειες, πισίνες που άστραφταν κάτω από τον ήλιο. Οι πίνακες με τις πισίνες που ακολούθησαν, με κορυφαίο το A Bigger Splash (1967), έγιναν από τα πιο αναγνωρίσιμα εικαστικά έργα του 20ού αιώνα. Στράφηκε στο ακρυλικό χρώμα, επιλέγοντας επίπεδες, γεωμετρικές επιφάνειες και κοφτές γραμμές. Ο πιτσιλισμός του νερού, που χρειάστηκε πάνω από τρεις εβδομάδες λεπτεπίλεπτης εργασίας, είναι ίσως μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης ζωγραφικής.
Ο Ανρί Ματίς είχε πει κάποτε ότι η σπουδαιότητα ενός καλλιτέχνη είναι ανάλογη με την ποσότητα των νέων στοιχείων που θα εισαγάγει στην πλαστική γλώσσα. Με αυτό το κριτήριο, ο Χόκνι αποδεικνύεται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της εποχής μας. Από την πρώτη στιγμή της πορείας του αναζήτησε με τρόπο ολότελα προσωπικό την εικαστική του γλώσσα, χαρίζοντάς της με τον χρόνο, περισσότερη απλότητα και μεγαλύτερο αυθορμητισμό. Δεν αρκέστηκε ποτέ σε μια λύση. Κάθε δεκαετία της καριέρας του σηματοδοτούσε μια νέα αναζήτηση πάνω στο ίδιο θεμελιώδες πρόβλημα: πώς αποδίδεις έναν τρισδιάστατο κόσμο σε δύο διαστάσεις, και πώς η εικόνα που προκύπτει αποτυπώνει όχι αυτό που η μηχανή καταγράφει, αλλά αυτό που το ανθρώπινο μάτι πραγματικά βιώνει.
Στη δεκαετία του ’70 άρχισε να αμφισβητεί την εξουσία της φωτογραφικής κάμερας. Η κάμερα, έλεγε, παράγει εικόνα ενός κλάσματος του δευτερολέπτου, από ένα μόνο σημείο. Αλλά εμείς δεν βλέπουμε έτσι. Βλέπουμε με χρόνο, με κίνηση, με μνήμη. Δημιούργησε έτσι τα φωτογραφικά κολάζ, τα λεγόμενα «joiners», συνθέτοντας δεκάδες φωτογραφίες από διαφορετικές οπτικές γωνίες σε ενιαίες συνθέσεις. Στις συνθέσεις αυτές δεν αντέγραφε τον κυβισμό, αλλά τον μετέφραζε στη γλώσσα της φωτογραφίας. Γιατί ο κυβισμός, όπως έλεγε, ήταν η πρώτη μεγάλη επίθεση στην προοπτική που κυριαρχούσε επί πεντακόσια χρόνια, η πρώτη παραδοχή ότι όταν κοιτάς κάποιον δεν τον βλέπεις από ένα σημείο και μια στιγμή.
Ο Χόκνι χρησιμοποίησε εκτενώς την αντίστροφη προοπτική, μελετώντας τόσο τα κινεζικά ειλητάρια όσο και τις ρωσικές αγιογραφίες: αντί οι γραμμές να συγκλίνουν σε ένα σημείο φυγής στο βάθος, αποκλίνουν προς τον θεατή, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο χώρος ανοίγει και τον τυλίγει. Η ιδέα αυτή, ότι η εικόνα δεν είναι παράθυρο αλλά χώρος που κατοικείται, διαπέρασε ολόκληρη την καριέρα του.
Αργότερα αγκάλιασε το iPad ως εργαλείο σχεδίου. Την περίοδο μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 2020, εν μέσω πανδημίας, ζωγράφισε τη σειρά «The Moon Room» στη Βρετάνη. Ξυπνώντας μια νύχτα και βλέποντας την πανσέληνο να φωτίζει το τοπίο, κάθισε και το ζωγράφισε αμέσως. Η φωτεινή οθόνη του iPad ήταν αυτή που του επέτρεψε να βλέπει και να ζωγραφίζει μέσα στο σκοτάδι. Εργα που αποτελούν αναφορά στα νυχτερινά τοπία του Βαν Γκογκ, και αποδεικνύουν ότι η τεχνολογία στα χέρια του Χόκνι δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός, αλλά μέσο για να δει κανείς καλύτερα.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κοιτούν πολύ», έλεγε. «Σαρώνουν το έδαφος μπροστά τους για να μπορούν να κινηθούν. Εγώ έχω περάσει τη ζωή μου κοιτώντας». Δεν ήταν αλαζονεία αυτό. Ηταν η απλούστερη και πιο ειλικρινής περιγραφή μιας καλλιτεχνικής ζωής. Ο Χόκνι δεν ήταν απλώς ένας ζωγράφος. Ηταν ένας καλλιτέχνης που μέσα από το έργο του μας θύμισε ότι το να βλέπεις είναι πράξη δημιουργική, επαναστατική, ανθρώπινη.
«Αν κοιτάς τα πράγματα με ένα μολύβι και ένα χαρτί στο χέρι», έλεγε, «πρόκειται να δεις πολύ περισσότερα». Ισως αυτό να είναι το πιο απλό και το πιο βαθύ μάθημα που άφησε σε έναν κόσμο που κοιτά, αλλά σπάνια βλέπει.
Ο Δημήτρης Ανδρεαδάκης είναι παραστατικός ζωγράφος και καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο Κρήτης