Από το YouTube στις κορυφές του Box Οffice – Η νέα γενιά σκηνοθετών που αλλάζει τα δεδομένα
Για πολλά χρόνια πιστεύαμε πως όποιος ανεβάζει βίντεο στο YouTube δεν μπορεί να γίνει σκηνοθέτης. Ότι αυτός ο κόσμος είναι ερασιτεχνικός και δεν έχει σχέση με τον σοβαρό κινηματογράφο. Κι όμως, δύο πρόσφατες ταινίες, το «Obsession» και τα «Backrooms», ήρθαν να μας αποδείξουν το αντίθετο, με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Οι σκηνοθέτες τους, ο Κάρι Μπάρκερ και ο Κέιν Πάρσονς, είναι δύο νεαροί που ξεκίνησαν ανεβάζοντας βιντεάκια στο Ίντερνετ και τώρα κάνουν θραύση στις κινηματογραφικές αίθουσες όλου του κόσμου. Ο ένας έκανε σκετσάκια με τον φίλο του, ο άλλος έφτιαχνε μικρά βίντεο τρόμου για τα περίφημα backrooms, και ξαφνικά η δουλειά τους τράβηξε την προσοχή μεγάλων εταιρειών που τους εμπιστεύτηκαν να γυρίσουν ολόκληρες ταινίες.
Και δεν είναι μόνο ότι τους εμπιστεύτηκαν, αλλά ότι αυτές οι ταινίες τα πήγαν καλύτερα από ό,τι περίμενε κανείς. Το «Obsession» έχει βγάλει σχεδόν 300 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως και τα «Backrooms» πάνε για τα 260 εκατομμύρια. Μάλιστα, η πρώτη ξεπέρασε σε εισπράξεις ακόμα και την περίφημη ταινία «The Blair Witch Project», ενώ η δεύτερη είναι πια η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία της εταιρείας Α24. Αυτά είναι νούμερα που δύσκολα αγνοούνται, ειδικά όταν μιλάμε για δύο νέους ανθρώπους που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον χώρο.
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το κοινό, και ειδικά οι νεότερες γενιές, δεν τους κράτησαν μούτρα επειδή ξεκίνησαν από το YouTube. Αντίθετα, τους στήριξαν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Οι σημερινοί θεατές δεν έχουν πρόβλημα με το παρελθόν ενός δημιουργού ούτε με την ηλικία του. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βλέπουν κάτι φρέσκο, πρωτότυπο και τολμηρό. Και αυτό ακριβώς φέρνουν αυτά τα παιδιά. Το YouTube, λοιπόν, δεν είναι πια ένα απλό σάιτ για ερασιτέχνες, αλλά ένα πραγματικό σκαλοπάτι για νέα ταλέντα, που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν χάρη στη φαντασία τους, χωρίς να χρειαστούν να περάσουν από τις παραδοσιακές σχολές. Και το αποτέλεσμα είναι ταινίες που μιλάνε στη γλώσσα του σημερινού κόσμου, με τη φρεσκάδα που τόσο ανάγκη έχει ο κινηματογράφος.