Η εγωπάθεια των γιορτών
Αναπόφευκτο θα λογάριαζε κανείς πως όταν ζούμε γεγονότα που έχουν εξελιχθεί και παγιωθεί, ώστε να έχουν καταντήσει, όχι πλέον μια ανώδυνη συνήθεια, αλλά ένας συρμός – για να μη γράψουμε μόδα – με εκκωφαντικές διαστάσεις, αυθόρμητα να κάνουμε σκέψεις που – ακόμη κι αν δεν καταδικάζουν ευθέως τα γεγονότα αυτά – τα καθιστούν επιλήψιμα και, για κάθε σοβαρό άνθρωπο, απευκταία.
Οταν παρακολουθείς εκ του σύνεγγυς, αλλά και από κάποια απόσταση, το πενθήμερο, όπως κλιμακώνεται ανάμεσα στη Μεγάλη Παρασκευή και την Τρίτη του Πάσχα να συνοψίζεται στο τρίπτυχο «αγανάκτηση για την τιμή που έχει αγγίξει το πασχαλινό τραπέζι», «απόλαυση όπως οφείλει να συνιστά το Σαββατοκύριακο του Πάσχα» και «εκνευρισμός στις εθνικές οδούς και στα λιμάνια λόγω του αδιαχώρητου και του συνωστισμού», επόμενο είναι να αναρωτιέσαι για το κατά πόσο πρόκειται για μια αγανάκτηση, για μια απόλαυση και για έναν εκνευρισμό που, καθώς επαναλαμβάνονται με μαθηματική ακρίβεια και επομένως είναι απολύτως προβλεπόμενα, μπορεί να είναι σεβαστά.
Αν μισοσυνειδητά ή μισοασυνείδητα, δηλαδή, δεν παραχωρείται κανείς σε κάτι που θα τον κάνει να αγανακτήσει, να απολαύσει και να εκνευριστεί – γιατί μόνον με τον τρόπο αυτόν μπορεί να αισθάνεται ότι ζει κι ότι υπάρχει, αφού αποτελεί μέρος ενός πλειοψηφικού συνόλου κι όχι μια εξαίρεση τόσο επώδυνη όταν υποχρεούσαι να συνειδητοποιήσεις τον εαυτό σου ως αποσυνάγωγο και περιθωριακό.
Μια συνθήκη τελικά που θα παρέμενε απλά ηθικά διαβλητή και αισθηματικά αντιπαθής, αν δεν είχε συντελέσει στη δημιουργία ενός, κυριολεκτικά, κοινωνικού τερατουργήματος, να έχουμε εξαιτίας της μια τόση έξαρση του «εγώ» ώστε ακόμη και το θείο δράμα να μεταβάλλεται σε ένα πρόσχημα, αφού ο παριστάμενος στην αναπαράστασή του να διατηρεί μεγαλύτερη σημασία από ό,τι το ίδιο το θείο δράμα για να αξίζει να απαθανατιστεί με μια σέλφι. Και όταν το «εγώ» γίνεται τόσο ανοικονόμητο, ώστε, αντί για έναν σεμνό πιστό, να έχουμε μια πρωταγωνιστική, με δάνειο μάλιστα δημιουργημένη, μονάδα, ο δρόμος για ένα «εγώ» όπως εκφράζεται στις μέρες μας από αρχηγούς κρατών και λοιπούς πολιτικούς αξιωματούχους, έχει στρωθεί, χωρίς κανένα εμπόδιο προκειμένου να τον διανύσει κανείς σφυρίζοντας ανέμελα.
Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι παρά αυτό το θεριεμένο «εγώ» που ορθώνει ένα τείχος ανάμεσα σε μας και σε όσους εξακριβωμένα την ίδια στιγμή που εμείς σουβλίζουμε αρνιά και χορεύουμε (μη τυχόν και θιγούν τα έθιμά μας, αυτό μας μάρανε), βασανίζονται, βομβαρδίζονται και σκοτώνονται. Αυτό ακριβώς το «εγώ» που κάνει, ώστε να μην αντιλαμβανόμαστε πως όταν ακούμε φωνές και διαμαρτυρίες για όσα δεινά συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά τις ακούμε περιστασιακά, ευκαιρίας δοθείσης, όσοι τις εκβάλλουν είναι σαν να ομολογούν και μάλιστα απερίφραστα πως αφού «περνούν καλά οι ίδιοι» δεν έχει και τόση σημασία τι συμβαίνει στους άλλους.
Θα ήταν μια παρηγοριά να μπορούσε να πιστέψει κανείς πως όλα αυτά τα συνωστιζόμενα στις εθνικές οδούς και στα λιμάνια πλήθη, δεν διεκδικούν παρά ένα σεβαστό σε κάθε άνθρωπο δικαίωμα, να αποκτά δηλαδή αναμνήσεις ώστε να έχει να θυμάται σε χειμαζόμενες – όπως συμβαίνει σε όλους μας – περιόδους. Δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα να μην αναρωτηθεί τι είδους αναμνήσεις είναι αυτές που, καθώς έχουν δημιουργηθεί μέσα σε αντίστοιχες για εκατομμύρια ανθρώπους συνθήκες, είναι ίδιες για όλους έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να τις διεκδικήσει για λογαριασμό του. Με συνέπεια, εκόντες άκοντες, να καταλήγουμε στην παρατήρηση του γάλλου συγγραφέα Ζαν Κοκτώ (να είναι καλά ο Σταμάτης Φασουλής που μας τη θύμισε με το χρονογράφημά του την περασμένη Παρασκευή) πως «τα ωραιότερα ταξίδια τα έκανα από το παράθυρό μου».