Debate: Nαι ή όχι στην προβολή Κασιδιάρη;
Η αποφυλάκιση του καταδικασμένου χρυσαυγίτη Ηλία Κασιδιάρη και η προσπάθειά του να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή, επαναφέρει στο προσκήνιο κρίσιμα ηθικά και δεοντολογικά διλήμματα – που αφορούν και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης – σχετικά με την προβολή της πολιτικής ατζέντας του. Από τη μία πλευρά η συζήτηση σχετικά με τα όρια μιας «ανεκτικής» δημοκρατίας που μπορεί να δίνει χώρο και σε όσους την επιβουλεύονται. Και από την άλλη, το ερώτημα εάν η προβολή μιας αντιδημοκρατικής και, ακόμη περισσότερο, εγκληματικής δράσης, όπως έχει κριθεί και δικαστικά, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής ισχύος» για όσους κινούνται απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Επικίνδυνα για τους δημοκρατικούς θεσμούς παιχνίδια του Γιώργου Σεφερτζή
Δεν ξέρω αν πράγματι η υπερπροβολή της αποφυλάκισης Κασιδιάρη είχε, όπως υποστηρίχτηκε, τις ευλογίες του Μεγάρου Μαξίμου με την ελπίδα ότι η απήχησή της θα συνέβαλε στον περιορισμό του ζωτικού χώρου, όπου θα μπορούσε να αναπτυχθεί το κυοφορούμενο κόμμα Σαμαρά. Ούτε ξέρω ποια συνέχεια μπορεί να προοιωνίζεται η ηθελημένη ή μη επικοινωνιακή υποβοήθηση των δράσεων του παλιού χρυσαυγίτη. Ξέρω, πάντως, ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα άκρως επικίνδυνο για τους δημοκρατικούς θεσμούς παιχνίδι, και μάλιστα ενόψει μιας προεκλογικής χρονιάς, που όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι θα οδηγήσει τον κομματικό ανταγωνισμό σε μια κατεξοχήν πολωτικού χαρακτήρα αναμέτρηση.
Σημαίνει, άραγε, αυτό ότι θα ήταν προτιμότερο να επιβληθεί ένα σιωπητήριο για τις κινήσεις της ελληνικής φασίζουσας Ακροδεξιάς ανάλογο με αυτό που είχε επιβληθεί στον Τύπο προ της εξουδετέρωσης της 17ης Νοέμβρη ως προληπτικό μέτρο εναντίον της τρομοκρατίας;
Ασφαλώς όχι! Γιατί, εκτός των άλλων, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι κάτι τέτοιο μάλλον θα συνέβαλε στην ηρωοποίηση παρά στην απομυθοποίηση των νοσταλγών της Χρυσής Αυγής. Πολύ, δε, περισσότερο που οι κρατούσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, σε συνδυασμό με το κοινό αίσθημα που υπάρχει στους κόλπους των νεότερων γενεών, ευνοούν τα μάλα την ανάπτυξη του αντισυστημισμού που, ως γνωστόν, αποτελεί το προνομιακότερο όχημα διακίνησης του ακροδεξιού εξτρεμισμού.
Είναι, υπό αυτές ακριβώς τις συνθήκες, που ο τελευταίος μπορεί να μετατραπεί σε σπίρτο που ανάβει μέσα σε αχυρώνα. Και είναι αυτός ένας λόγος παραπάνω που δεν θα πρέπει να αφεθεί να ενσωματωθεί σιωπηρά στην καθημερινότητα της πολιτικής ζωής ωσάν να μη συμβαίνει τίποτα.
Αν, ωστόσο, η σιωπή ισούται με συνενοχή, δεν αρκεί να σπάσει μόνον με αντιδράσεις που αντιλαμβάνονται την υποχρέωση να προστατευτεί η δημοκρατία με συστηματική και δημόσια αποκάλυψη των κινδύνων που κρύβει η επανεμφάνιση Κασιδιάρη στο πολιτικό προσκήνιο.
Χρειάζεται επιπλέον η επίγνωση της σημασίας του γεγονότος ότι κανένα θεσμικό-απαγορευτικό πλαίσιο δεν είναι ικανό από μόνο του να μειώσει την απήχηση κινημάτων, των οποίων η ατζέντα έχει ήδη υιοθετηθεί από τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα του συνταγματικού τόξου και τα μηνύματα των οποίων βρίσκουν ευήκοα ώτα μεταξύ ακροατηρίων που αισθάνονται αποκλεισμένα, εκτός του νυμφώνος των προνομιούχων τάξεων και των κέντρων της εξουσίας και αναζητούν απεγνωσμένα απλές απαντήσεις και γρήγορες λύσεις στα προβλήματά τους, χωρίς κατά τα άλλα να πολυνοιάζονται για τις σχέσεις των επιθυμιών τους με την πραγματικότητα, ούτε και για τις σχέσεις των πεποιθήσεών τους με τον ορθολογισμό.
Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι την προσοχή αυτών των ακροατηρίων αποσπά περισσότερο ο θόρυβος που παράγουν οι πρωταγωνιστές των πολιτικών συγκρούσεων, παρά τα επιχειρήματα που ανταλλάσσουν οι μετέχοντες στον δημόσιο διάλογο.
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο να αντιγράφουμε στην Ελλάδα τις συνταγές που έκαναν παγκοσμίως διάσημο τον Στιβ Μπάνον, τον θεωρητικό της αμερικανικής Ακροδεξιάς. Θυμίζω ότι ήταν αυτός που σύστηνε στους ομοϊδεάτες του να «φλομώνουν την περιοχή στα σκουπίδια» ( «flood the zone with shit») προκειμένου να μη λάμψει η αλήθεια. Πλην, όμως, κανείς δεν μας λέει ότι δεν θα πλησιάσουμε επικίνδυνα.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής
Τροφή στη δημοκρατία ή στη μισαλλοδοξία;
Πρέπει να δίνουμε βήμα στους εχθρούς της δημοκρατίας; Η πρόσφατη δημοσιότητα σχετικά με τις πολιτικές προθέσεις ή το συνταγματικώς επιτρεπτό εκλογικής συμμετοχής βαρυποινιτών, δίνει τροφή στη δημοκρατία; Ή μήπως δίνει τροφή στη μισαλλοδοξία και τον αυταρχισμό; Καθιστώντας μας θεατές σε μία παράσταση όπου η δική μας ανεμελιά τρέφει το αβγό του φιδιού;
Η αρετή της δημοκρατικής κοινωνίας είναι ότι είναι πλουραλιστική. Εξελίσσεται μέσα από την ελεύθερη διασταύρωση των ιδεών και των προγραμμάτων. Ασφυκτιά στην κηδεμονία. Και προϋποθέτει αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν λάθος. Οχι μόνο διότι η δική μας ορθοδοξία μπορεί να είναι το λάθος, αλλά και διότι η αντιπαράθεση φωτίζει τη δική μας κρίση και τα αδιέξοδά της.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο με τον εξτρεμισμό. Με τη χρήση βίας, την υποκίνηση σε μίσος και καταπίεση. Εδώ το οξυγόνο τρέφει την πυρά. Σε τι να συζητήσει μία ελεύθερη κοινωνία με τους βίαιους αρνητές της; Και εδώ φέρουν μεγάλη ευθύνη όσοι επηρεάζουν τη δημόσια σφαίρα. Στις αρχές του 1930 πανεπιστήμια και εφημερίδες στη χώρα μας διοργάνωναν συνέδρια και αφιερώματα με τίτλο «Κοινοβουλευτισμός ή δικτατορία». Ετσι, εθιστήκαμε στην πιθανότητα της εκτροπής. Οτι είναι νοητό, για κάποιους συζητήσιμο, και πάντως να ακουστούν και οι δύο απόψεις. Η συνέχεια των πραγμάτων είναι γνωστή.
Διαφορετικό ζήτημα είναι η κρατική απαγόρευση. Ο νόμος τιμωρεί την εγκληματική πράξη. Και προφυλάσσει τους θεσμούς λήψης δημόσιων αποφάσεων, όπως το Κοινοβούλιο, από τη διάβρωση. Δεν είναι όμως κηδεμόνας. Ούτε είναι θεμιτό να απαγορευθεί στην κοινωνία να γνωρίζει ποιος είναι ο κακός της εαυτός. Η λογοκρισία, όποτε εφαρμόστηκε, εξετράπη, διότι δημιουργεί ένα σύστημα ελεγχόμενου λόγου, φίλων και εχθρών. Αντίθετα, το χρέος εδώ είναι δικό μας. Της ανεξάρτητης διανόησης, των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων. Η ανεξαρτησία θέτει ευθύνη. Ο ρόλος τους δεν είναι αυτός του αναμεταδότη. Βασική αποστολή είναι να χαράσσουν τα όρια, πέραν των οποίων αυτό που παρουσιάζεται ως συζήτηση είναι απατηλό και υποκρύπτει τη βία και το μίσος. Ακόμη και όταν αναμεταδίδουμε το θέαμα, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η πολιτική βία και το μίσος, ως θέαμα, εύκολα στρέφονται εναντίον μας.
Και τι γίνεται με τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που επικαλούνται οι εξτρεμιστές; Και εδώ τα όρια είναι σαφή, αλλά διαφορετικά. Είναι μεγίστη πλάνη να συνδέουμε τον ακραίο εθνικιστικό λόγο με την προστασία κατά της εγκληματικότητας ή την προάσπιση των εθνικών δικαίων. Αυτός ανακυκλώνει τη βία και θέτει σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα. Εξίσου, είναι μέγιστη αφέλεια να απαντάμε, υποβαθμίζοντας τα ζητήματα. Η δημοκρατία είναι ισχυρή, και μπορεί να προστατεύσει πλήρως τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πολιτών της, όχι όταν συνομιλεί με το έρεβος. Αλλά όταν ελεύθεροι και ίσοι πολίτες συνομιλούν μεταξύ τους, σεβόμενοι την ελευθερία και την ισότητα του συνομιλητή τους.
Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπλ. καθηγητής και διευθυντής του εργαστηρίου συνταγματικών ερευνών στη Νομική Σχολή (ΕΚΠΑ).