Πραγματικότητα κατά παραγγελία
Η παραπληροφόρηση δεν είναι νέο φαινόμενο. Διαφορετικά είναι τα μέσα, η κλίμακα και η ταχύτητα διάδοσής της. Μια παραπλανητική είδηση δεν χρειάζεται να πείσει τους πάντες· αρκεί να βρει εκείνους που είναι ήδη πρόθυμοι να την πιστέψουν. Οι αλγόριθμοι αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα.
Η γοητεία των «fake news» βρίσκεται στην απλότητά τους. Ο σύνθετος κόσμος ερμηνεύεται μέσα από σχήματα μαύρου και άσπρου. Για αρκετούς είναι πιο ελκυστική η πεποίθηση ότι κάποιος κινεί τα νήματα, παρά ότι πολλά γεγονότα προκύπτουν από συγκρούσεις συμφερόντων, λάθη και απρόβλεπτες συνέπειες. Μια ανυπόστατη θεωρία συνωμοσίας προσφέρει αίσθηση ελέγχου, απέναντι σε μια απρόβλεπτη πραγματικότητα, γεμάτη αβεβαιότητες και αντιφάσεις.
Η τάση προς απλοϊκές ή ψευδείς εξηγήσεις δεν αποτελεί δημιούργημα των ψηφιακών πλατφορμών. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι σήμερα αξιοποιείται με εξατομικευμένο και συστηματικό τρόπο. Κάθε διαδικτυακή αναζήτηση, κάθε κλικ, κάθε δευτερόλεπτο προσοχής εμπλουτίζει το ψηφιακό μας ψηφιδωτό.
Ο αλγόριθμος μαθαίνει τι μας ενδιαφέρει, τι μας φοβίζει, τι μας εξοργίζει και τι είναι πιθανότερο να μας κρατήσει προσηλωμένους στην οθόνη. Η πρόσβαση μπορεί να είναι δωρεάν, όμως η προσοχή και τα δεδομένα συμπεριφοράς αποτελούν μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου. Η εξατομίκευση δύναται να λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης, διαμορφώνοντας τελικά μια πραγματικότητα κατά παραγγελία.
Στην οικονομία της προσοχής, η οργή και η πόλωση είναι επικερδείς. Το περιεχόμενο τύπου «rage bait», σχεδιασμένο να προκαλεί θυμό και αντιπαράθεση, μετατρέπει την αγανάκτηση σε θέαμα. Η καταδίκη προσφέρει στιγμιαία αίσθηση δικαίωσης, ενώ η πολυπλοκότητα, η έγκυρη ενημέρωση και η ψύχραιμη ανάλυση υποχωρούν. Παράλληλα, η ταχύτητα ενίοτε προηγείται της ακρίβειας. Συχνά φαινόμενα είναι πλέον η ανάγνωση μόνο των τίτλων (και περιλήψεων τεχνητής νοημοσύνης) και η ψευδαίσθηση ενημέρωσης μέσα σε έναν καταιγισμό πληροφοριών και «clickbait» περιεχομένου.
Υπάρχει και μια βασική σύγχυση. Το δικαίωμα όλων να εκφράζουν γνώμη δεν σημαίνει ότι κάθε ισχυρισμός είναι εξίσου βάσιμος. Οταν πεποιθήσεις, προκαταλήψεις και αυθαίρετες βεβαιότητες αποκτούν το ίδιο βάρος με τα τεκμηριωμένα γεγονότα, η δημόσια συζήτηση χάνει την ποιότητά της.
Το βαθύτερο διακύβευμα είναι ο κλονισμός της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται, για να προσελκύσουν και να κατευθύνουν την προσοχή μας, γίνονται ολοένα και πιο ισχυρές. Τα «echo chambers» μπορούν να ενισχύσουν όσα ήδη πιστεύουμε και να περιορίσουν την ουσιαστική επαφή μας με άλλες απόψεις. Οταν, δε, μερίδες πολιτών αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν αφουγκράζονται τις ανησυχίες τους, οι απλοϊκές εξηγήσεις αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική δυναμική.
Σε μια εποχή ατελείωτου περισπασμού, επιτάχυνσης της καθημερινότητας και εμπορευματοποίησης εύκολων βεβαιοτήτων, η θεσμοθέτηση συνεκτικών κανονιστικών πλαισίων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο δεν αρκεί. Απαιτείται παράλληλα, μια πιο συνειδητή σχέση με την πληροφορία και τους μηχανισμούς που τη διακινούν· να αφήνουμε χώρο στη διαλλακτικότητα, να αντιστεκόμαστε στον πειρασμό του μανιχαϊσμού, να αναρωτιόμαστε αν επιλέγουμε πράγματι εμείς αυτό που βλέπουμε. Η δημοκρατία είναι πολίτευμα απαιτητικό· προϋποθέτει ευθύνη από όλους όσοι παράγουν, διακινούν και λαμβάνουν την πληροφορία.
Ο Απόστολος Σαμαράς είναι διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, δικηγόρος, ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ