Ανάσταση
Ανάβει ο Θεός ο ίδιος τη λαμπάδα του ελληνορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων το Μεγάλο Σάββατο; Ή ακουμπάει ο δεσπότης το φιτίλι της στην καντήλα, η οποία καίει ακοίμητα στον τάφο του Ιησού μες στον Ναό της Αναστάσεως; Ή κάποιος του πασάρει ένα θαυματουργό τσακμάκι; Τίποτα ευλογημένα, έστω, σπίρτα;
Οσο επιμένουν η Εκκλησία και η Πολιτεία να μεταφέρεται το Αγιο Φως αεροπορικά, με τιμές αρχηγού κράτους, τόσο οι αμφισβητίες θα ξεσπαθώνουν. Θα ψάχνουν – και θα βρίσκουν ίσως – αποδείξεις περί σκηνοθεσίας. Περί απάτης που σερβίρεται στο ποίμνιο.
Και από τους αγιοφωτολάτρες, και από τους αγιοφωτομάχους διαφεύγει η ουσία. Θαύμα δεν είναι μια φλογίτσα που ξεπηδάει εκ του μηδενός. Θαύμα είναι η πίστη που κινεί βουνά. Η οποία προσφέρει σε γενεές γενεών παρηγοριά και νόημα. Δύο χιλιάδες τόσα χρόνια τώρα, ο χριστιανισμός καλά κρατεί. Κι εκεί που πάει να κλονιστεί, να συρρικνωθεί, να θεωρηθεί παρωχημένος, πάλι θεριεύει. Τα τελευταία χρόνια, στη Δυτική Ευρώπη, παρατηρείται μια σιωπηλή αναγέννηση. Από το 22% των νέων Βρετανών που δήλωναν χριστιανοί το 2019 φτάσαμε στο 45% το 2025. Να μη μιλήσουμε για τους λαούς των κάποτε σοσιαλιστικών χωρών. Ή για εμάς. Οκτώ στους δέκα Ελληνες από δεκαοκτώ μέχρι τριάντα χρονών αισθάνονται την Ορθοδοξία αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς τους. Μάλλον δεν θα έπρεπε να εκπλαγώ όταν είδα, τις προάλλες, κάτι πιτσιρικάδες με σκέιτ να κάνουν τον σταυρό τους περνώντας έξω από τον Αγιο Γεώργιο Κυψέλης.
Πώς εξηγείται τέτοια διάρκεια και ένταση; «Η θρησκεία είναι όπιο. Σε ταραγμένες εποχές, οι λαοί το έχουν ανάγκη», δογματίζουν οι άθεοι. «Ο Κύριος φανερώνεται και οι άνθρωποι Τον βλέπουν», θριαμβολογεί ο κλήρος. Ας μου επιτραπεί μια τρίτη ερμηνεία.
Αληθής ή πεποιημένη, η ιστορία του Ιησού του Ναζωραίου αγγίζει τα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. Ασφαλώς κι ακουμπάει σε αρχαιότερες, μυθολογικές αφηγήσεις. Κι άλλες παρθένες γέννησαν θεούς, και άλλοι κεχρισμένοι ήρωες θυσιάστηκαν αυτοβούλως αίροντες τις αμαρτίες του κόσμου. Ο Γολγοθάς φέρνει στον νου τον Καύκασο, όπου ο φωτοδότης γίγαντας, καρφωμένος στον βράχο, τιμωρείται αέναα γιατί πολύ αγάπησε το γένος των θνητών. Ο Προμηθέας όμως είχε εχθρό τον Δία. Ενώ ο Χριστός, τον θάνατο. Οχι ως βιολογικό αλλά ως υπαρξιακό γεγονός.
Διαβάζοντας τα Ευαγγέλια, καθένας βρίσκει κάτι που τον συγκινεί. Οσοι εξεγείρονται κατά της κοινωνικής αδικίας στο «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες για δικαιοσύνη…». Και στο «ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά πλούσιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών…». Οσοι εξαντλούν το είναι τους για το έχειν τους στο «μη μεριμνάτε τι θα φάτε, τι θα πιείτε και πώς θα ντυθείτε – δεν αξίζει η ψυχή περισσότερο από το φαγητό και το σώμα από το ρούχο;». Οσοι φρίττουν με τις ηθικολογίες στο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Στη γενναιόδωρη, από καρδιάς συγγνώμη που έδωσε ο Ιησούς στη μοιχαλίδα.
Το δράμα του Υιού του (κάθε) Ανθρώπου κορυφώνεται και αποθεώνεται στον Κρανίου Τόπο. Δαρμένος, εξευτελισμένος, με καρφιά στα χέρια και στα πόδια, ο Ιησούς αιωρείται μόνος αντίκρυ στο Σύμπαν. Οι ελάχιστοι που επιμένουν να τον αγαπούν αδυνατούν να τον βοηθήσουν. Κόμποι αίμα κυλούν στα μάτια του από το αγκάθινο στεφάνι. «Διψάω!», φωνάζει και του δίνουν ξίδι. Ακόμα και ο Θεός – ή η πίστη του στον Θεό – κλονίζεται. «Γιατί με άφησες;», παραπονιέται.
Σε πόσα πεδία μάχης, μπροστά σε πόσα εκτελεστικά αποσπάσματα, πάνω σε πόσα κρεβάτια νοσοκομείων δεν υποφέρουν κάθε στιγμή κάθε λογής άνθρωποι, βιώνοντας την απόλυτη εγκατάλειψη; Ευλογημένοι εκείνοι που δεν αφήνονται να κατρακυλήσουν στο κενό. Που παραδίδουν το πνεύμα σε έναν επουράνιο πατέρα, σε ένα ευγενές ιδανικό. Που χάρη σε έναν έρωτα ξέρουν ότι δεν πήγε η ζωή τους στράφι. Αλίμονο σε εκείνους που δεν έχουν τίποτα ωραίο να ελπίσουν ή να θυμηθούν.
«Η Ανάσταση δεν έρχεται μετά τον Σταυρό. Βρίσκεται μέσα στον Σταυρό», έλεγε ο Αλβανίας Αναστάσιος.