Η αβεβαιότητα εντείνεται, οι αγορές καθησυχάζουν
Πέντε εβδομάδες μετά το ξεκίνημα των εχθροπραξιών στον Περσικό Κόλπο, η λήξη του πολέμου παραμένει αβέβαιη, ενώ οι συνθήκες της διένεξης εμφανίζονται ασύμμετρες.
Η τεχνολογικά αδύναμη πλευρά, αυτή του καθεστώτος στο Ιράν, ελέγχει τη ροή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στον Περσικό και, επιπλέον, συμπεριφέρεται σαν να μην επείγεται για συμφωνία λήξης του πολέμου. Φαίνεται να διαθέτει τις απαιτούμενες αντοχές για μακράς διάρκειας εμπόλεμη κατάσταση.
Η τεχνολογικά δυνατή πλευρά της κυβέρνησης Τραμπ αδυνατεί να εγγυηθεί την απρόσκοπτη ροή του πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ συγχρόνως έχει απέναντί της μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινής γνώμης. Επιπλέον, ο πρόεδρος Τραμπ έχει να αντιμετωπίσει τη μεγάλη δοκιμασία των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ετσι, πέραν της απλής επιθυμίας για μια έστω συμβολική νίκη, επιθυμεί πολύ περισσότερο μια γρήγορη λύση ώστε οι τιμές ενέργειας να ομαλοποιηθούν σύντομα και να μην επηρεάσουν αρνητικά και σημαντικά τον δείκτη τιμών καταναλωτή, την πραγματική οικονομία, και – κατ’ επέκταση – το εκλογικό αποτέλεσμα του Νοεμβρίου. Αν και οι ΗΠΑ είναι χώρα εξαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζονται και αυτές αρνητικά από την παγκόσμια αναστάτωση.
Η γρήγορη λύση όμως δεν έρχεται εύκολα. Και μια αναβάθμιση της πολεμικής σύρραξης από πλευράς των ΗΠΑ δεν είναι σίγουρο ότι θα στρίμωχνε τους Ιρανούς και θα τους έφερνε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ετσι επικρατεί αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη των συγκρούσεων και το μέγεθος της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία.
Μέχρι σήμερα οι αναλυτές παρουσιάζουν διαφορετικά σενάρια επίπτωσης στις οικονομίες των χωρών, χωρίς να τοποθετούνται για την πιθανότητα πραγματοποίησης εκάστου σεναρίου. Κατά μέσο όρο, βέβαια, προβλέπουν άνοδο στον πληθωρισμό και πτώση στην οικονομική δραστηριότητα σε όλες τις χώρες, με διαφοροποιήσεις ανάλογες της ευαισθησίας των χωρών στον ενεργειακό τομέα.
Οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές αναγκαστικά πρέπει να πάρουν θέση για το τι μέλλει γενέσθαι. Στις χρηματοοικονομικές αγοραπωλησίες υποχρεώνονται να «βλέπουν» μπροστά. Και δεν προεξοφλούν επιδείνωση της κρίσης. Αναμένουν μεσοπρόθεσμη ομαλοποίηση. Είναι καθησυχαστικές.
Για παράδειγμα, στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), η τιμή του πετρελαίου Brent δύο μήνες μπροστά βρισκόταν την 1η Απριλίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι και την ίδια στιγμή η αντίστοιχη τιμή για 12 μήνες μπροστά βρισκόταν πολύ χαμηλότερα στα $76. Με απλά λόγια, οι αγορές μεσοπρόθεσμα προβλέπουν πτώση των τιμών πετρελαίου σε επίπεδα λίγο υψηλότερα του περασμένου Ιανουαρίου, δηλαδή πριν από το ξέσπασμα του πολέμου.
Συγχρόνως, στις διεθνείς αγορές ομολόγων προεξοφλείται μια πιο αυστηρή νομισματική πολιτική ενόψει αναμενόμενου υψηλότερου πληθωρισμού, αλλά οι επιδράσεις αυτές είναι μικρές σε μέγεθος, δεν εμπεριέχουν τα στοιχεία κρίσης. Αντίστοιχα, τα χρηματιστήρια, που από τη φύση τους κινούνται πολύ πιο γρήγορα και απότομα, παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση, έχουν υποστεί πτώση, αλλά όχι τέτοιας τάξης που να υποδηλώνει έντονο φόβο για μια επερχόμενη κρίση.
Οσον αφορά τη χώρα μας, ο πόλεμος βρήκε την Ελλάδα στο δ’ τρίμηνο του 2025 σε ανοδική τροχιά οικονομικής δραστηριότητας της τάξης του 2,4% σε ετήσια βάση, με μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα, αξιοπιστία στην οικονομική της πολιτική, με τη δυνατότητα κινητοποίησης των υπόλοιπων κονδυλίων του RRF και με ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα. Ο πόλεμος, σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε μέχρι σήμερα, αναμένεται να αφαιρέσει τουλάχιστον μισή ποσοστιαία μονάδα από τον ρυθμό ανάπτυξης.
Δύσκολα, όμως, η ανάπτυξη θα μετατραπεί σε ύφεση, ακόμα και στην περίπτωση που ο πόλεμος συνεχιστεί για μήνες. Η Ελλάδα έχει τον δημοσιονομικό χώρο και αναμένεται να αντιδράσει μαζί με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό δείχνουν και οι εγχώριες αγορές. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία μας είναι πολύ πιο ευαίσθητη από άλλες ευρωπαϊκές όσον αφορά τον εισαγόμενο τουρισμό και το κόστος ενέργειας, το ελληνικό χρηματιστήριο και οι αγορές ομολόγων είχαν αντίδραση παρόμοια με αυτές στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.