Αν ζούσε ο Στέλιος Καζαντζίδης θα ήταν στην ουρά για ένα τελευταίο αντίο στην Κίτσα του
Αν ζούσε σήμερα ο Στέλιος Καζαντζίδης θα ήταν υπέργηρος. Αν δεν είχε πολλά προβλήματα υγείας, θα ήταν ένας κοτσονάτος γέρος στα 97 του έτη – γεννηθείς το 1931.
Θα επαναλάμβανε στους στενούς του φίλους και στους λαϊκούς ανθρώπους που θα τον προσέγγιζαν ως μακρινό θρύλο ότι είναι ένας τέως τραγουδιστής και νυν ψαράς. Και θα διέμενε μόνιμα στο λίγο πιο βελτιωμένο σπίτι του στον Αγιο Κωνσταντίνο όπου θα τον φρόντιζε καθημερινά η αγαπημένη του Βάσω.
Θα πήγαινε πολύ επιλεκτικά για ψάρεμα με τη βάρκα και πολύ κοντά στην ακτή. Το βράδυ θα κοιμόταν νωρίς και θα θυμόταν όλα αυτά τα οποία έζησε στα πάλκα και στη δισκογραφία στον 20ό αιώνα. Τις παύσεις και τις ρήξεις του. Πράγματα που τον έκαναν έναν ζωντανό μύθο για τους λαϊκούς ανθρώπους.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν θα ήταν ένα φάντασμα του παρελθόντος. Οι νεότεροι δημοσιογράφοι θα πηγαινοέρχονταν στον Αγιο Κωνσταντίνο για μια αποκλειστική δήλωση, για ένα σχόλιο της κοινωνικής πραγματικότητας ενώ ο ίδιος πια θα τα είχε ίσως βρει με τον Χρήστο Νικολόπουλο, με τον Γιώργο Νταλάρα, με την οικογένεια Μάτσα και όλα θα είχαν περάσει σε μία λήθη ενός παρελθόντος που όλα τα αμβλύνει και τα ομογενοποιεί κάτω από την πατίνα του χρόνου.
ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ. Τι θα γινόταν όμως αν μάθαινε αυτές τις ημέρες τον θάνατο της Μαρινέλλας; Θα σηκωνόταν στα πόδια του μέσα στο σπίτι και θα ζητούσε από τη Βάσω με το αυτοκίνητο να τον κατεβάσει στην Αθήνα. «Υποχρέωσή μου είναι να κατέβω στην Κίτσα μου. Να την αποχαιρετήσω. Τόσα τα χρόνια μαζί της. Τόσες οι αναμνήσεις…», θα έλεγε με τον γνωστό γλαφυρό ή και λίγο λυρικό τρόπο του, φορώντας έναν γούνινο σκούφο για να προστατευτεί από το κρύο.
Η αγαπημένη του Βάσω που ποτέ δεν του χάλασε χατίρι για τίποτα θα τον έφερνε στην Αθήνα για να παραστεί στην αποχαιρετιστήρια τελετή στη Μητρόπολη Αθηνών μαζί με τον απλό λαϊκό κόσμο. Ο Καζαντζίδης θα στεκόταν στην ουρά για έναν τελευταίο ασπασμό στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου εκεί όπου τα κανάλια συνωστίζονταν για μία δήλωση ή για μία εικόνα διάσημων ή άσημων ανθρώπων που ήρθαν να αποχαιρετήσουν τη μεγάλη λαϊκή ερμηνεύτρια.
Και όμως κάποιοι θα τον αναγνώριζαν και θα μαζεύονταν γύρω του. Η νεαρά ρεπόρτερ θα τον προσέγγιζε προσεκτικά: «Κύριε Στέλιο, ζήσατε μαζί. Είστε υπεύθυνος και εκείνος που την έβγαλε στο πάλκο. Τι έχετε να πείτε τώρα που εκείνη έφυγε;». Ο Στέλιος θα ρουθούνιζε σαν πληγωμένο θηρίο. «Με την Κικίτσα μου γνωριστήκαμε στη Θεσσαλονίκη από τον Στέλιο τον Ζαφειρίου, τον αγαπημένο μου μπουζουξή.
Μαζί δουλέψαμε στο Πανόραμα και στο Λουξεμβούργο της συμπρωτεύουσας. Κατεβήκαμε στην Αθήνα, κάναμε ντουέτα, διφωνίες. Ηταν οι καλύτερες δεύτερες φωνές που μπορούσε να είχε ένας λαϊκός τραγουδιστής. Και, πιστέψτε με, δεν σας το λέει ένας τυχαίος. Η Κίτσα μου είχε ήθος. Καθόταν στην καρέκλα υπομονετικά δίπλα μου και πολλές φορές άντεχε την τρέλα μου. Κι όταν αποφάσισε να φύγει από μένα, ναι, στεναχωρήθηκα και της είπα πως εγώ δεν θέλω να ξανατραγουδήσω.
Εκείνη όμως είχε πορεία μπροστά της και ευτυχώς βρήκε τον Κατσαρό, τον Ζαμπέτα, τον Καλδάρα, τον αδελφό μου τον Ακη τον Πάνου και της φτιάξανε τραγούδια. Η αγαπημένη μου Κίτσα θα είναι πάντα ένα λατρεμένο πρόσωπο και πάντα θα τη θυμάμαι και θα τη σκέφτομαι». Με αυτή την απλή δήλωση θα συνέχιζε να περιμένει υπομονετικά πίσω από τον απλό λαό για να τελευταίο ασπασμό.
Τώρα τον τριγυρίζουν, τον προσεγγίζουν, αρχίζουν να τον αγγίζουν. «Στελάρα, σε αγαπάμε. Υπόγραψέ μας ένα χαρτομάντιλο». Το πλήθος ρωτά αν θα ξανατραγουδήσει. «Είμαι μεγάλος πια. Το θέμα είναι οι νεότεροι να λένε λαϊκό τραγούδι και κοινωνικό στίχο», θα απαντούσε εκείνος πάλι με λίγο λυρισμό και με την αγαπημένη του Βάσω θα όδευε προς το εσωτερικό της Μητρόπολης Αθηνών μπροστά στα έκπληκτα μάτια του απλού κόσμου και των ΜΜΕ.
ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΚΟΝΤΡΕΣ. Την αγάπησε τη Μαρινέλλα ο Καζαντζίδης. Και έλεγε πάντα τα καλύτερα για εκείνη και για τα ερμηνευτικά και για τα προσωπικά της χαρακτηριστικά, παρότι η συμβίωσή τους ήταν δύσκολη και σύντομη. Αυτός είχε την κυρία Γεθσημανή – «Χατζήδαινα» –, τη μάνα του, να μένουνε παρέα οι τρεις τους και πολύ γρήγορα είχε ήδη αποφασίσει να αποσυρθεί από το τραγούδι, η Μαρινέλλα πάλι ήθελε ακριβώς το αντίθετο και το κατάφερε. Φτάσανε να κοντράρονται μέσω επιτυχιών.
Τραγουδούσε η Μαρινέλλα το 1969, στο κομμάτι «Οι άντρες δεν κλαίνε», σε μουσική Γιώργου Κατσαρού και στίχους Πυθαγόρα. «Και οι άνδρες κλαίνε» απάντησε τον Ιανουάριο του 1970 ο Στελάρας, πάλι σε στίχους Πυθαγόρα και μουσική του Βασίλη Βασιλειάδη.
Εφτασαν για ένα διάστημα να μη μιλούν, όταν όμως πέρασε εκείνος θέμα υγείας η Μαρινέλλα ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Γερμανία και τον τάιζε μέσα στο νοσοκομείο μπροστά στα μάτια της αγαπημένης του Βάσως. Επειτα από λίγο, συναντήθηκαν με μεσολάβηση του Πάνου Γεραμάνη.
Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο ή τέλος πάντων δεν ξεχνιούνται ποτέ, ακόμη και αν τα ανθρώπινα πάθη γίνονται εμπόδιο. Μπορεί και να το έκανε τραγούδι ο φίλος του Καζαντζίδη, Τάκης Σούκας, σε στίχους του επίσης φίλου του Βασίλη Παπαδόπουλου.
Αν ζούσε πιθανώς θα το τραγουδούσε ο Στέλιος με την τρομερή του φωνή – ραγισμένη πια λόγω γήρατος; Θα έβγαινε από την εκκλησία κλαμένος την περασμένη Τρίτη. Είπαμε: Οι άνδρες κλαίνε.