Μια ζωή Μαρινέλλα
Ηταν μια εβδομάδα γεμάτη Μαρινέλλα αυτή που πέρασε. Και τώρα, στο τέλος της, έχοντας δει ξανά και ξανά στιγμιότυπα από συνεντεύξεις της και από κορυφαίες στιγμές της καριέρας της, έχοντας ακούσει ξανά και ξανά τα τραγούδια της, συνειδητοποιώ πόσο πολύ έχει «ξεβάψει» η Μαρινέλλα στη ζωή μου.
Στη ζωή δηλαδή μιας γυναίκας που άρχισε να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει γύρω της όταν εκείνη είχε μόλις ξεκινήσει την προσωπική της καριέρα.
Το πιθανότερο είναι ότι θα την ήξερα από το ραδιόφωνο, άσε που, από παιδί, έκρυβα τα «Ρομάντσο» και τα «Φαντάζιο» μέσα στις «Φαβιόλες» και τις «Πολυάνες». Πότε όμως την πρωτοείδα; Προφανώς στο «Γοργόνες και μάγκες». Αυτό ήταν.
Κλειδωνόμουν στο δωμάτιο, μαντηλοδενόμουν, άρπαζα τη βούρτσα και ξελαρυγγιαζόμουν να τραγουδάω το «Ανοιξε πέτρα», εντελώς φάλτσα εννοείται. Το επόμενο σουξέ μου ήταν ο «Πυρετός». Δεν την είχα δει να το τραγουδάει αλλά οι στίχοι ξεκλείδωσαν την drama queen που κουβαλούσα εντός μου. Και έβαζα, παιδί του Δημοτικού τώρα, ποδήρη νυχτικιά για να κάνει χλαμύδα (μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει τον λόγο) και σπάραζα για της ζωής μου «…κάθε μία, κάθε μία γνωριμία».
Μετά μεγάλωσα και σταμάτησα τα καραγκιοζιλίκια του Δημοτικού. Αλλά μαθήτρια του Γυμνασίου πια, βρέθηκα ένα βράδυ στον «Σκορπιό», την μπουάτ της οδού Κυδαθηναίων στην Πλάκα. Ηταν η πρώτη φορά που πήγαινα σε τέτοιο μαγαζί και μάλλον με κάτι θα είχα εκβιάσει τη μεγαλύτερη αδελφή μου για να με πάρει με την παρέα της. Ε, το είχε η μοίρα μου. Επεσα σε Μαρινέλλα, Χατζή και «Ρεσιτάλ».
Ημουν, όλο το βράδυ, με το στόμα ανοιχτό. Αν και δεν προσπαθούσα να τη μιμηθώ πια, ο τρόπος που κουνούσε την παλάμη της, σαν να πλέκει ένα κύμα, με είχε συναρπάσει. Καμία δεν το έκανε έτσι, ούτε στο θέατρο ούτε στο σινεμά.
Οταν βγήκε το «Να παίζει το τρανζίστορ» είχα τελειώσει το σχολείο, σχεδόν γυναίκα πια. Κιι αυτό το τραγούδι έγινε «ύμνος» της εποχής. Η Μαρινέλλα, στο υποτυπώδες βίντεο κλιπ, ως man eater. Με καμιά δεκαριά «γκαραζότεκνα» να χορεύουν και να κυλιούνται στα πόδια της, κι εκείνη να γουστάρει τα «πουκαμισάκια τα κοντομάνικα».
Δεν ξέρω ακριβώς αν τότε έγινε γκέι icon, είναι όμως γεγονός ότι οι γκέι τη λάτρευαν. Αυτή η γυναίκα εξέπεμπε κάτι το απελευθερωτικό, αλλά και ανακουφιστικό συγχρόνως για ανθρώπους που ζούσαν με καταπιεσμένες ή με καταδικασμένες στο περιθώριο επιθυμίες. Σαν να είναι η μάνα τους που, όχι μόνο δεν θα τους κατσαδιάσει, αλλά θα τους ενθαρρύνει να ζήσουν όπως γουστάρουν.
Μάνα. Νομίζω ότι αυτό το «παρατσούκλι» της ταιριάζει απόλυτα. Οταν, αργότερα, τη γνώρισα και προσωπικά, λόγω οικογενειακών σχέσεων, είχα αυτήν την αίσθηση της φροντίδας που μόνο από τη μάνα σου μπορείς να την εισπράξεις.
Θυμάμαι σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αυστραλία που, κάθε φορά που επρόκειτο να βγω από το ξενοδοχείο, με ρωτούσε αν πήρα ζακέτα. Και όταν τρώγαμε, μου έβαζε, υποτίθεται στα κρυφά, κι άλλο φαγητό στο πιάτο μου. Εβλεπα το χέρι της και νόμιζα ότι ήταν της μάνας μου. Οχι επειδή έμοιαζαν, αλλά επειδή όλα τα χέρια σε αυτή την τόσο ειδική και τρυφερή κίνηση είναι ίδια. Μαμαδίστικα.