Συνέχισε να ζει μέσα από τις αφηγήσεις, τις σιωπές και τις πολιτικές χρήσεις του
Ογδόντα χρόνια μετά την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την ιστορική αποτίμηση, αλλά κυρίως τη μνήμη. Διότι ο Εμφύλιος στην Ελλάδα δεν υπήρξε απλώς μια σύγκρουση του παρελθόντος· υπήρξε ένας πόλεμος που συνέχισε να ζει μέσα από τις αφηγήσεις, τις σιωπές και τις πολιτικές χρήσεις του.
Κατά τη διάρκειά του τέθηκαν οι ιδεολογικές και πολιτικές βάσεις της μετεμφυλιακής «πειθαρχημένης» δημοκρατίας (1950–1967), κατά τον Νίκο Αλιβιζάτο, αλλά και του καθεστώτος που ακολούθησε. Η σύγκρουση δεν έληξε το 1949· μετασχηματίστηκε σε ένα καθεστώς ελέγχου της μνήμης και της ιστορίας.
Για δεκαετίες, ο Εμφύλιος εξεταζόταν μέσα από ένα έντονα παραταξιακό πρίσμα, με έμφαση σε ερωτήματα ευθύνης και ερμηνευτικής ηγεμονίας πάνω στη δεκαετία του 1940 συνολικά. Στη δεξιά ιστοριογραφία, κωδικοποιήθηκε ως μια ακόμη απόπειρα βίαιης ανατροπής του πολιτικού καθεστώτος.
Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και η ιστορία της Αντίστασης επαναξιολογήθηκε, εντασσόμενη σε μια αφήγηση που οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα στη σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά, επέλεξε μια στρατηγική λήθης: η Αντίσταση λειτουργούσε ως ενοποιητικό αφήγημα, ενώ ο Εμφύλιος αντιμετωπίστηκε ως ένα τραυματικό και διχαστικό επεισόδιο που έπρεπε να αποσιωπηθεί.
Ετσι, διαμορφώθηκαν δύο ασύμμετρα μνημονικά σχήματα. Η Αντίσταση αναδείχθηκε ως η «φωτεινή» όψη της δεκαετίας του 1940, με εμβληματικά γεγονότα όπως ο Γοργοπόταμος να συμβολίζουν την ενότητα και τον ηρωισμό.
Αντίθετα, ο Εμφύλιος ταυτίστηκε με τη «σκοτεινή» όψη: για τη Δεξιά, η μνήμη του οργανώθηκε γύρω από τόπους όπως ο Μελιγαλάς ή του Μακρυγιάννη, που αποκρυστάλλωναν την εικόνα της «αγριότητας» της Αριστεράς, ενώ για την Αριστερά, η ήττα παρέμεινε για χρόνια δύσκολα διαχειρίσιμη.
Μετά το 1956, οι μαρτυρίες και οι αριστερές κομματικές εκδόσεις ανέδειξαν το αντιστασιακό παρελθόν ως ένα είδος συλλογικού μαρτυρολογίου, ενισχύοντας το ενωτικό αφήγημα. Αντίστοιχα, η εθνικόφρων πλευρά επιχείρησε να συγκροτήσει τη δική της ιστοριογραφική απάντηση, ιδιαίτερα μετά την πολιτική άνοδο της Αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Ωστόσο, ούτε η έντονη πολεμική των πρώτων δεκαετιών ούτε η μεταπολιτευτική περίοδος οδήγησαν σε μια πλήρως αποδραματοποιημένη ανάγνωση.
Η επιβεβλημένη λήθη αποτέλεσε βασικό στοιχείο της μεταπολεμικής σταθεροποίησης. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις, η Ελλάδα δεν ανέπτυξε ένα ενιαίο μνημονικό τοπίο· οι τόποι μνήμης παρέμειναν κατακερματισμένοι και πολιτικά φορτισμένοι. Δεν είναι τυχαίο ότι τη δεκαετία του 1950 ο βασιλιάς Παύλος Α’ είχε επισημάνει πως ο Εμφύλιος κόστισε περισσότερα θύματα από την Κατοχή, συμπυκνώνοντας το βάρος του τραύματος αλλά και τη βούληση υπέρβασής του.
Το 1996, το ΚΚΕ οργάνωσε στον Γράμμο εκδήλωση μνήμης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), αναδεικνύοντας πώς οι μνημονικοί τόποι μεταφέρουν τα γεγονότα από το ιστορικό τους πλαίσιο σε ένα συμβολικό πεδίο νοηματοδότησης. Ιδίως μετά το 2006, οι σχετικές πρακτικές εντείνονται: πολλαπλασιάζονται οι εορτασμοί, ανεγείρονται μνημεία και τιμάται συστηματικά η μνήμη των πεσόντων.
Ο Εμφύλιος εντάσσεται πλέον ρητά στην ιστορική και πολιτική αφήγηση του κόμματος, όχι ως προδιαγεγραμμένη ήττα, αλλά ως στιγμή που συμπυκνώνει και νοηματοδοτεί τους αγώνες δεκαετιών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΔΣΕ ενσωματώνεται πλέον και στη σύγχρονη κομμουνιστική συνθηματολογία, όπως αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο σύνθημα «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-ΟΠΛΑ-ΔΣΕ – τιμή και δόξα στο ΚΚΕ». Την ίδια στιγμή, η 29η Αυγούστου, ημερομηνία της ήττας του ΔΣΕ στον Γράμμο, δεν καθιερώθηκε ως κεντρικό επετειακό σημείο αναφοράς – με εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας.
Αντίθετα, οι μνημονικές αναφορές περιορίστηκαν για δεκαετίες σε τοπικά ηρώα στις πλατείες χωριών, χωρίς τη δημιουργία ενός ενιαίου, μεγαλεπήβολου μνημειακού τοπίου, αντίστοιχου με την «Κοιλάδα των Πεσόντων» στην Ισπανία.
Ισως ο Εμφύλιος να παραμένει «ο πόλεμος που δεν τελειώνει ποτέ», επειδή δεν κατέληξε ποτέ σε μια κοινά αποδεκτή αφήγηση – μένει έτσι ανοιχτό το ερώτημα πώς μια κοινωνία θυμάται, τι λησμονεί και με ποιους όρους συμφιλιώνεται με το παρελθόν της.
Η δρ Αννα Μαρία Δρουμπούκη είναι ιστορικός, Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας