Παρά την παρέλευση 80 ετών δεν φαίνεται προοπτική «εξομάλυνσης» των παθών
O Eμφύλιος Πόλεμος (1946-49) υπήρξε αναμφίβολα μείζον γεγονός της ελληνικής ιστορίας. Αυτή η τεράστιας κλίμακας στρατιωτική και πολιτική αναμέτρηση καθόρισε αποφασιστικά την πορεία των εξελίξεων στη χώρα για δεκαετίες.
Εκτός από τις εσωτερικές του διαστάσεις συνιστούσε, μεταξύ άλλων, γεωπολιτική διακύβευση και το πρώτο σημαντικό «θερμό επεισόδιο» του εν γενέσει Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στα δύο ανταγωνιστικά στρατόπεδα που αναδύθηκαν από τη διαίρεση των πάλαι ποτέ συμμάχων εναντίον του ναζισμού και του φασισμού (δηλαδή της αστικής – φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κομμουνισμού).
Παρά τις μεταπολιτευτικές «από τα πάνω» απόπειρες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας και κομμάτων να προωθήσουν την ιδεολογία της «εθνικής συναίνεσης» γύρω από τα βαθύτατα συγκρουσιακά ζητήματα της δεκαετίας του 1940 υπάρχει το ερώτημα αν σε τελική ανάλυση οι πληγές αυτής της σύγκρουσης έκλεισαν οριστικά. Δύσκολα θα μπορούσε να απαντήσει κανείς θετικά στο ερώτημα αυτό.
Είναι γνωστό ότι με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στη εξουσία το 1981 καταργήθηκαν οι λεγόμενες «γιορτές μίσους» που τιμούσαν τους νεκρούς του Εθνικού Στρατού και της νικήτριας παράταξης και αναγνωρίσθηκε η εαμική Εθνική Αντίσταση (Ν. 1285/1982). Το 1989 ψηφίστηκε ο νόμος για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου (Ν. 1863/1989), ενώ ταυτόχρονα κάηκαν (παρά τις αντιρρήσεις της ιστορικής κοινότητας) οι φάκελοι πολιτικών φρονημάτων.
Με άλλα λόγια το κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα της εποχής έδειχνε προς την κατεύθυνση της συναίνεσης και της απάλειψης/αποσιώπησης των δύσκολων και πολωτικών ζητημάτων. Συνέχιζε, κατά μια έννοια να δείχνει προς τον Γοργοπόταμο και λιγότερο προς τον Γράμμο.
Η πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989-1991 δεν επέφερε το τέλος των συζητήσεων για τον Εμφύλιο. Νέες ιστορικές προσεγγίσεις αναδείχθηκαν, κάποιες εκ των οποίων χαρακτηρίστηκαν αναθεωρητικές, αλλά το θέμα εξακολουθούσε να διχάζει έστω και με λιγότερη ένταση. Παρά το αναπόφευκτο βιολογικό τέλος των ίδιων των εμπλεκομένων στον πόλεμο είναι αναμφισβήτητο ότι σε πολλές περιπτώσεις υφίσταται ένα διαγενεακό τραύμα, ενώ είναι προφανείς και οι απόπειρες πολιτικής κεφαλαιοποίησης εκ μέρους κομμάτων και χρησιμοποίησης ερμηνευτικών σχημάτων για το παρελθόν προκειμένου να δικαιωθούν πολιτικές επιλογές του παρόντος.
Η ίδια η κομμουνιστική Αριστερά έχει μεταβάλει αρκετές φορές την οπτική της ως προς το θέμα, επιλέγοντας τις τελευταίες δεκαετίες τη διοργάνωση τελετών μνήμης και εκδηλώσεων για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, οδοιπορικών στα πεδία των μαχών κ.λπ.
Το βέβαιο είναι ότι οι διαδοχικές πολυ-κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών ανανέωσαν με άλλους όρους τις χρήσεις ή/και καταχρήσεις της ιστορίας του Εμφυλίου, γεγονός που ειδικά στις μέρες μας με την τεράστια διάδοση των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης δημιουργεί στη δημόσια σφαίρα μια ατμόσφαιρα τοξικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι φαίνεται να επανακάμπτουν όροι όπως «συμμοριτοπόλεμος», «κατσαπλιάδες», «μοναρχοφασίστες», «μπουραντάδες» κ.λπ. ενώ την ίδια στιγμή κυβερνητικά στελέχη ισχυρίζονται ότι «δεν τιμούν τους αγώνες της Αριστεράς».
Παρά λοιπόν την παρέλευση 80 ετών από την έναρξη του Εμφυλίου δεν φαίνεται να υφίσταται προοπτική «εξομάλυνσης» των παθών που ανασύρονται κατά περιόδους στην πολιτική διαμάχη του παρόντος, ειδικά σε μια κατάσταση μεγάλης ρευστότητας, γεωπολιτικής αβεβαιότητας και παρουσίας ή/και επανάκαμψης πολέμων που υπενθυμίζουν τη βαθύτατα συγκρουσιακή φύση της πολιτικής.
Ο Βαγγέλης Τζούκας είναι δρ Κοινωνιολογίας, διδάσκων ΕΑΠ