Το τηγάνι και η πολιτική
Ενας παλαιός της πολιτικής έλεγε ότι οι κυβερνήσεις είναι σαν τα τηγάνια. Στην αρχή, όσο είναι ακόμη καινούργια, τίποτε δεν κολλάει. Λάθη και στραβοτιμονιές συγχωρούνται και οι καταγγελίες για σκάνδαλα, πραγματικά ή όχι, περνούν δίχως συνέπειες. Απαρατήρητες σχεδόν.
Μα όταν κάποια στιγμή, με τον χρόνο και τη χρήση, η αντικολλητική επένδυση φθείρεται και χάνεται, τα τηγάνια αρχίζουν να κολλάνε και το φαγητό να καίγεται. Το ίδιο και οι κυβερνήσεις. Τα λάθη αρχίζουν να καταλογίζονται στο ακέραιο και με τόκο. Οι καταγγελίες για σκάνδαλα, βάσιμες ή αβάσιμες, γράφουν ζημιά στο πολιτικό ταμείο. Και κάποια στιγμή έρχεται η ώρα να αλλάξεις τηγάνι.
Καθώς βυθιζόμαστε λοιπόν και πάλι, όπως τόσες φορές, σε μια ατμόσφαιρα σκανδάλων, με τα γιδοπρόβατα του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές του Predator να κυνηγούν σαν Ερινύες την κυβέρνηση, το πρώτο ερώτημα που αιωρείται είναι αν η τόσο ανθεκτική ως τώρα κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αρχίσει να χάνει τις αντικολλητικές της ιδιότητες. Αν ο πολιτικός καταλογισμός για τα σκάνδαλα, τόσο επιεικής και ανεκτικός την πρώτη εξαετία, αρχίζει πια να βαραίνει πάνω της. Αν έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.
Κι ένα δεύτερο ερώτημα, πολύ πιο ενδιαφέρον: Γιατί η ελληνική πολιτική ζωή παράγει τόσα σκάνδαλα – ή έστω τόσες καταγγελίες για σκάνδαλα; Γιατί τα σκάνδαλα επανέρχονται με τέτοια συχνότητα και πλημμυρίζουν την πολιτική ατζέντα με τέτοια ένταση;
Στο πρώτο ερώτημα την απάντηση θα τη μάθουμε εκ του αποτελέσματος, έπειτα από κάποιο χρόνο. Στο δεύτερο, την ξέρουμε ήδη. Τα σκάνδαλα γεννιούνται στο σταυροδρόμι όπου ένα πολιτικό σύστημα, που αναπαράγεται μέσω των πελατειακών σχέσεων και του σταυρού προτίμησης, συναντιέται με μια δημόσια διοίκηση, οι θέσεις ευθύνης στην οποία εξακολουθούν να στελεχώνονται με πολιτικά κριτήρια και η καθημερινή λειτουργία της οποίας παραμένει μέσα στην ακτίνα δράσης του πολιτικού προϊσταμένου.
Οπου οι ροές παραμένουν άτυπες και οι προς αξιολόγηση στόχοι ασαφείς. Και όπου, προπάντων, η επαφή του πολίτη με τη διοίκηση παραμένει τόσο δύσκολη, περνά μέσα από τέτοιο πυκνό δάσος πολυνομίας, κακονομίας και φωτογραφικών ρυθμίσεων, ώστε η προσφυγή σε πολιτική μεσολάβηση να γίνεται αναγκαία, ακόμη και για εκείνον που δεν έχει σκοπό να παρανομήσει. Κι έτσι, φυσικά, δημιουργούνται απεριόριστες ευκαιρίες και ασυλίες και για εκείνους που επιδιώκουν να παρανομήσουν.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ξεκινά από εδώ. Από την «αναγκαία» διευκόλυνση των πολιτών που δυσκολεύονται αλλιώς να βρουν άκρη με ένα δυσλειτουργικό, αδιαφανές, εχθρικό σύστημα διαχείρισης επιδοτήσεων. Μα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό.
Σε ένα σύστημα πολλαπλασιασμού πολιτικής επιρροής διά του πολλαπλασιασμού των αιγοπροβάτων και των βοσκοτόπων, όχι μόνο για λογαριασμό μεμονωμένων πολιτευτών αλλά και για λογαριασμό της όλης παράταξης. Που μετέτρεψε έναν οργανισμό διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων σε εργαλείο εξυπηρέτησης πολιτικών αναγκών. Με τον ίδιο τρόπο που μια υπηρεσία ασφαλείας μετατράπηκε σε υπηρεσία παράνομων υποκλοπών για την εξυπηρέτηση πολιτικών (και λιγότερο πολιτικών) επιδιώξεων.
Διαχρονικές παθογένειες; Εν μέρει, ναι. Παθογένειες, όμως, που διαχρονικά έχουν επισημανθεί και έχουν γίνει στόχος μεγάλων μεταρρυθμιστικών εξαγγελιών. Η αποκομματικοποίηση της διοίκησης διατυπώθηκε πρώτη φορά ως εθνικός στόχος σε μια έκθεση για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης που υιοθετήθηκε από όλα τα κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Αριστερά) που μετείχαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας Ζολώτα, το 1990.
Υποσχόταν να σπάσει «τον φαύλο κύκλο της πολιτικοποίησης» και της διαιώνισης «των αντιλήψεων για κομματικό έλεγχο της διοίκησης». Η πιο πρόσφατη διατύπωση του ίδιου στόχου ήταν στο τρίτο Μνημόνιο, το οποίο επίσης ψηφίστηκε με τεράστια διακομματική πλειοψηφία το καλοκαίρι του 2015. Στο τρίτο άρθρο εκείνου του Μνημονίου είχε περιληφθεί η ρητή δέσμευση των ελληνικών Αρχών «να εκσυγχρονίσουν και να ενισχύσουν σημαντικά την ελληνική διοίκηση και να εφαρμόσουν… ένα πρόγραμμα αποπολιτικοποίησης της ελληνικής διοίκησης». Ο αδόκιμος όρος «αποπολιτικοποίηση» αναφερόταν ακριβώς στην αποκοπή του ομφάλιου λώρου που συνδέει πολιτικό σύστημα και δημόσια διοίκηση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι από όλες τις δεσμεύσεις του Μνημονίου που ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας είχε διαπραγματευθεί, καμία δεν είχε υιοθετήσει με τόσο ενθουσιασμό όσο την αποπολιτικοποίηση. Εμείς, έλεγε, δεν είμαστε σαν τους άλλους.
Και παρουσιάζοντας την εθνική στρατηγική των ετών 2017-19, τον Αύγουστο του 2017 σε μια τελετή στο Μουσείο Μπενάκη, έλεγε πως «κυρίαρχος στόχος» (του ίδιου, όχι της τρόικας) είναι «η αποκομματικοποίηση της δημόσιας διοίκησης».
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι όταν ο Αλέξης Τσίπρας, λίγους μήνες αργότερα, εμφανίστηκε να αθετεί την υπόσχεσή του διορίζοντας τη νομική του σύμβουλο, την κ. Θάνου, ως πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η αντιπολιτευόμενη ΝΔ έπεσε να τον φάει. Και υποσχέθηκε πως όταν έρθει η ώρα της, εκείνη θα φέρει «μια νέα πολιτική και ηθική στάση απέναντι στους Θεσμούς» και την πλήρη αποκομματικοποίηση του κράτους. Την εφαρμογή της υπόσχεσης την έχουμε προ οφθαλμών – με τις υποθέσεις ΟΠΕΚΕΠΕ και υποκλοπών.
Αποδεικνύεται έτσι, για άλλη μία φορά, ότι η θεραπεία για την κακοδαιμονία του Δημοσίου και την αναπαραγωγή των σκανδάλων δεν είναι το γνώριμο «να φύγουν οι κακοί, να έρθουν οι καλοί, να πέσουν οι φαύλοι, να ανέβουν οι καθαροί». Είναι μια μεγάλη, πλήρης μεταρρύθμιση της διοίκησης. Που προϋποθέτει ασφαλώς μια νέα διακομματική συναίνεση, όπως το 1990 επί Ζολώτα ή το 2015 με το τρίτο Μνημόνιο. Αλλά και κάτι παραπάνω – τη δέσμευση εφαρμογής της στην πράξη, με την ίδια συναίνεση.
Υστερόγραφο. Μπορεί να ρίξουν τον Μητσοτάκη ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το Predator; Οσοι μελετούν συστηματικά την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά στην Ελλάδα και διεθνώς, λένε συνήθως πως τα σκάνδαλα σπανίως ρίχνουν κυβερνήσεις. Αυτό που κάνουν είναι να φθείρουν την αντικολλητική επίστρωση του τηγανιού, να αφήνουν χαρακιές στην επιφάνεια. Ωστε να κάνουν ευκολότερο να αρχίσουν να «κολλάνε» όλα τα υπόλοιπα.