Ο χρόνος τελειώνει
Ο χρόνος περιορίζεται για τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και την τροχιά ενός ανασυντασσόμενου ανταγωνιστικού στον Κυριάκο Μητσοτάκη πόλου. Το παιχνίδι της διεύρυνσης, στον βαθμό που δεν συνδυάζεται με μια στρατηγική κοινωνικών συμμαχιών, οριοθετείται σε μεταγραφολογία όταν δεν γίνεται και φάρσα. Ταυτόχρονα ο χρόνος πιέζει και για έναν ακόμη λόγο. Οτιδήποτε σχηματιστεί θα έχει την καχυποψία ενός ευκαιριακού δοχείου – υποδοχέα δυσαρέσκειας και όχι θετικής δυναμικής. Δεν αρκεί κοινώς να φτιαχτεί μια δύναμη πειστική έναντι της κυβέρνησης.
Πρέπει και να έχει τον χρόνο και τον τρόπο να εκφράσει όντως κοινωνικά στρώματα. Σήμερα το παράδοξο είναι πως ακόμη και η όποια σοβαρή διαφοροποίηση στον Μητσοτάκη καταγράφεται εντός της παράταξής του (εξαιρούμε προφανώς το ΚΚΕ που έχει ένα άλλο κοινωνικό σχέδιο). Το θέμα δεν είναι να υπάρξει μια λάιτ ΝΔ ή μια από τα ίδια με ολίγον Κέντρο και μια πεπερασμένη Σοσιαλδημοκρατία.
Το γόνιμο στοίχημα για τη δημοκρατία είναι να υπάρξει σχήμα με σχέδιο και πρόσωπα και κυρίως προφίλ και περιεχόμενο διακυβερνήσιμο. Το εν λόγω ζήτημα προϋποθέτει και ένα άλλο παράδειγμα στην πολιτική. Ενα άλλο ύφος άσκησης και μία άλλη διαδικασία ενεργοποίησης των πολιτών.
Σήμερα η εικόνα που δίδεται είναι πως τα όντως δυναμικά μέρη της ελληνικής κοινωνίας δεν τολμούν να εμπλακούν στα πολιτικά. Αν ακόμη το καταφέρνει η ΝΔ, είναι και λόγω ιστορικότητας και λόγω πρότασης εξουσίας. Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα μοιάζει όχι κολλημένη σαν βελόνα σε πικάπ που επανέρχεται στο ίδιο αυλάκι. Περισσότερο θυμίζει κάποιον που δεν δέχεται να αντιληφθεί πως δεν είμαστε στη δεκαετία του ’90, πως οι κοινωνίες έχουν μετατοπιστεί – ιδίως συντηρητικά –, πως η ίδια έχει πάψει να διατηρεί τον ρόλο της ως εγγυητής ενός κοινωνικού συμβολαίου και μιας υπαρκτής κοινωνικής κινητικότητας.
Η ελκτικότητα στην πολιτική έχει σχέση και με τη σοβαρότητα και με ένα είδος εμπνευσμένης προωθητικής δέσμης προτάσεων που να αφήνει πίσω τα Μνημόνια και τις κρίσεις και να επινοεί νέες λύσεις. Μία ακόμη παράμετρος στην οποία η αντιπολίτευση πρέπει να δώσει περισσότερη έμφαση είναι η ανάλυση των χαρακτηριστικών του σημερινού κράτους. Κυρίως μετά τη δημοσιονομική επιτήρηση, τις αλλεπάλληλες αλλαγές στους ποινικούς κώδικες, το σοκ της πανδημίας που είχε βιοπολιτικές διαστάσεις, ούτε το κράτος είναι ίδιο ούτε η Κεντροαριστερά πρέπει να το βλέπει ως ουδέτερο μηχανισμό.
Μια θεσμικού τύπου ανάταξη δεν μπορεί να μένει μόνο στα λόγια ή στις περιγραφές. Αυτομάτως δεν θα επιστρέψουμε σε ένα δικομματικό τοπίο. Ούτε οι νέες γενιές που προσέρχονται στα πράγματα έχουν υποχρέωση εθιμοτυπικά να ενισχύουν τα κόμματα του προοδευτικού τόξου. Πολύ περισσότερο δε όταν τα μόνα τους βιώματα από αυτά είναι ως συμπληρώματα του πολιτικού συστήματος.