«Βόμβα» της Μαδρίτης στις Βρυξέλλες: Μαζική νομιμοποίηση μεταναστών χωρίς έγγραφα
Η ισπανική κυβέρνηση βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης με τις Βρυξέλλες, μετά την ανακοίνωση μιας εκτεταμένης πρωτοβουλίας νομιμοποίησης μεταναστών χωρίς έγγραφα. Η απόφαση της Μαδρίτης να παραχωρήσει καθεστώς νόμιμης διαμονής σε περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους, οι οποίοι εισήλθαν στη χώρα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2025, έχει προκαλέσει σοβαρές επιφυλάξεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εκτιμά ότι το μέτρο αποκλίνει από τη γενική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής στρατηγικής.
Το νέο ισπανικό διάταγμα προβλέπει τη χορήγηση άδειας διαμονής διάρκειας ενός έτους, με πλήρη πρόσβαση στην αγορά εργασίας σε ολόκληρη την ισπανική επικράτεια. Δικαίωμα υπαγωγής στο μέτρο έχουν όσοι διαμένουν στη χώρα για τουλάχιστον πέντε μήνες ή έχουν υποβάλει αίτηση ασύλου πριν από το τέλος του 2025. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας και την προώθηση της κοινωνικής συνοχής.
Ωστόσο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κίνηση αυτή θεωρείται προβληματική. Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκφράζουν τον φόβο ότι μια μαζική νομιμοποίηση ενδέχεται να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την κοινή προσπάθεια αποτροπής της παράτυπης μετανάστευσης. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι νομιμοποιημένοι μετανάστες θα αποκτήσουν τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης εντός του χώρου Σένγκεν για έως 90 ημέρες ανά εξάμηνο, γεγονός που, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δευτερογενείς μετακινήσεις και εγκατάσταση σε άλλα κράτη-μέλη χωρίς άδεια.
Η υπόθεση αναμένεται να συζητηθεί εκτενώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τον αρμόδιο επίτροπο για τις Εσωτερικές Υποθέσεις και τη Μετανάστευση να καλείται να τοποθετηθεί για τις επιπτώσεις της ισπανικής πολιτικής στον χώρο Σένγκεν. Παρότι επισήμως τονίζεται ότι η διαχείριση της νομιμοποίησης αλλοδαπών παραμένει εθνική αρμοδιότητα, είναι σαφές ότι η απόφαση της Ισπανίας δοκιμάζει τα όρια της ευρωπαϊκής συνεννόησης.
Η χρονική συγκυρία καθιστά τη σύγκρουση ακόμη πιο έντονη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε φάση αυστηροποίησης της μεταναστευτικής και ασυλιακής της πολιτικής, με στόχο τη μείωση των αφίξεων, την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου και την αύξηση των επιστροφών προς χώρες προέλευσης ή τρίτες χώρες. Νέες νομοθετικές ρυθμίσεις διευρύνουν την έννοια της «ασφαλούς τρίτης χώρας» και επιτρέπουν την ταχύτερη απόρριψη αιτήσεων ασύλου, ενώ θεσπίζεται και κατάλογος «ασφαλών χωρών καταγωγής» για την εφαρμογή επιταχυνόμενων διαδικασιών.
Παράλληλα, προωθείται κανονισμός που διευκολύνει τις επιστροφές μεταναστών χωρίς έγγραφα ακόμη και σε χώρες με τις οποίες δεν έχουν άμεσο δεσμό, εφόσον υφίστανται σχετικές συμφωνίες. Το συνολικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο δίνει έμφαση στους συνοριακούς ελέγχους, την ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την εναρμόνιση των κανόνων στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ισπανική πρωτοβουλία μοιάζει να κινείται αντίρροπα, αναδεικνύοντας τις βαθιές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η μεταναστευτική πρόκληση. Ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν την ΕΕ για περιορισμό της πρόσβασης στο άσυλο και υποβάθμιση της προστασίας των δικαιωμάτων των μεταναστών, κυβερνήσεις όπως αυτή της Ισπανίας επιχειρούν να προτάξουν πιο συμπεριληπτικές λύσεις σε εθνικό επίπεδο.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική εξίσωση υψηλής έντασης, στην οποία συγκρούονται η ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή γραμμή με τις διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες των κρατών-μελών. Η ισπανική επιλογή δεν αφορά μόνο την εσωτερική της πολιτική, αλλά λειτουργεί ως δοκιμασία συνοχής για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένα από τα πιο ευαίσθητα και διχαστικά ζητήματα της εποχής.