Θα ξανάμπαινε στο γήπεδο όπως τότε
Θα ζητούσε, σχεδόν τελετουργικά, να του βάλουν σε βίντεο για να δει ξανά τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1996 ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και την Μπαρτσελόνα.
Οχι μία φορά. Πολλές. Οχι για το αποτέλεσμα. Εκείνο είχε χαραχτεί μέσα του σαν ανεξίτηλη υπογραφή της μοίρας, αλλά για να επιστρέψει στη μαγική βραδιά. Να περπατήσει ξανά, έστω και νοερά, στα ίδια μονοπάτια της έντασης, της πίστης, της δικαίωσης.
Να σταθεί στις λεπτομέρειες που τότε προσπερνούσε η φλόγα της στιγμής. Μια οδηγία του Μάλκοβιτς, ένα βλέμμα του Γιαννάκη πριν από μια άμυνα, μια σιωπή πριν από ένα σουτ του Ντομινίκ, μια ανάσα πριν από την κορύφωση και τη μυθική τάπα του Βράνκοβιτς.
Θα έβλεπε τον τελικό με ηρεμία και την πρώτη κούπα στο πλάι του. Με εκείνη τη βαθιά, σχεδόν γαλήνια συγκίνηση που φέρνει ο χρόνος όταν έχει πια μετατρέψει έναν αγώνα σε μνήμη και τη μνήμη σε κληρονομιά.
Και κάπου εκεί, στο Παλέ ντε Μπερσί, θα γύριζε πίσω…
Θα ξαναέμπαινε στο γήπεδο όπως τότε, με εκείνη την αδιόρατη ένταση που έκρυβε πίσω από τη σιγουριά του. Θα ένιωθε ξανά το βάρος της προσδοκίας, όχι ως φόβο, αλλά ως ευθύνη απέναντι στην ιστορία του αγαπημένου του Παναθηναϊκού. Θα άκουγε τις φωνές των χιλιάδων φιλάθλων του Τριφυλλιού που είχαν κάνει το Παρίσι να μοιάζει με στενό της Λεωφόρου.
Θα κοντοστεκόταν στις εξέδρες. Θα έβλεπε τα πρόσωπα. Αγνωστα και όμως τόσο οικεία. Πρόσωπα που δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από μια στιγμή αιωνιότητας. Και εκείνος θα ήξερε – γιατί πάντα ήξερε – πως εκείνη τη νύχτα, αυτή η στιγμή θα ερχόταν.
Θα θυμόταν στιγμές από τα αποδυτήρια. Οχι μόνο τη χαρά, αλλά και την ένταση πριν από αυτή. Την ηλεκτρισμένη σιωπή, τα μάτια των παικτών, την πίστη. Και ύστερα, την έκρηξη. Αγκαλιές, φωνές, δάκρυα. Το γλέντι που δεν ήταν απλώς πανηγυρισμός, αλλά λύτρωση.
Και μετά, το Παρίσι. Η πόλη που το βράδυ της 11ης Απριλίου ήταν… συμμέτοχος στην πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή στιγμή του Παναθηναϊκού. Οι δρόμοι, τα φώτα, οι φωνές.
Ενα πανηγύρι που ξεχυνόταν από το γήπεδο στους δρόμους. Θα ξαναζούσε αυτή τη νύχτα, όχι σαν θεατής, αλλά σαν δημιουργός της.
Ισως τότε να έπιανε και το τηλέφωνο.
Θα καλούσε τον Στόγιαν Βράνκοβιτς και ο κροάτης γίγαντας θα άκουγε στο ακουστικό του το γνώριμο «παιδί μου». Γιατί όλοι τους ήταν «παιδιά» του Παύλου Γιαννακόπουλου.
Δεν θα μιλούσαν για τα αυτονόητα – αυτά δεν χρειάζονται λέξεις – αλλά για τα μικρά. Για εκείνη τη φάση που έμεινε στην ιστορία, για τη στιγμή που ο χρόνος φάνηκε να σταματά, για το βλέμμα που αντάλλαξαν χωρίς να το καταλάβει κανείς άλλος. Θα γελούσαν. Ισως και να σιωπούσαν για λίγο. Γιατί υπάρχουν σιωπές που λένε περισσότερα από κάθε αφήγηση.
Ηδη θα είχε φροντίσει να σταλούν αναμνηστικά δώρα σε όλους. Οχι από υποχρέωση, αλλά από εκείνη τη βαθιά ανάγκη να κρατήσει ζωντανή την έννοια της λέξης «ομάδα». Γιατί για εκείνον, οι ομάδες ήταν οικογένειες. Και οι στιγμές αυτές δεν ανήκαν σε έναν, αλλά σε όλους.
Θα ζητούσε να του φέρουν τις εφημερίδες. Εκείνες που κράτησε από τότε, προσεκτικά φυλαγμένες. Θα τις άπλωνε μπροστά του, σαν πολύτιμα κειμήλια. Οι σελίδες ίσως κιτρινισμένες, αλλά οι λέξεις ζωντανές.
Τίτλοι που φώναζαν, φωτογραφίες που πάγωναν τον χρόνο. Θα τις διάβαζε όχι για να θυμηθεί τι έγινε, αλλά για να νιώσει και πάλι αυτό το μοναδικό συναίσθημα της επιτυχίας.
Και ύστερα, θα ετοίμαζε ένα τραπέζι. Οχι απλώς ένα δείπνο. Μια επιστροφή στο «τότε». Θα καλούσε όλους εκείνους που έγραψαν την ιστορία. Παίκτες, προπονητές, ανθρώπους της ομάδας.
Θα τους κοιτούσε έναν – έναν, με το καθαρό βλέμμα που ήξερε να διαβάζει πίσω από τις λέξεις. Και δεν θα χρειαζόταν να πει πολλά. Ισως μόνο ένα «θυμάστε;». Ισως μόνο ένα «το πετύχαμε».
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη γιορτή, θα ένιωθε την περηφάνια να φουσκώνει μέσα του. Οχι ως έπαρση, αλλά ως δικαίωση. Γιατί εκείνο το πρώτο Ευρωπαϊκό δεν ήταν το τέλος. Ηταν η αρχή. Μια σπίθα που έγινε φωτιά. Ενα όνειρο που έγινε… παράδοση.
Εξι ακόμη αστέρια ακολούθησαν. Εξι ακόμη αποδείξεις ότι τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Οτι εκείνο το βράδυ στο Παρίσι δεν ήταν μια εξαίρεση, αλλά η πρώτη σελίδα ενός βιβλίου που θα συνέχιζε να γράφεται.
Θα στεκόταν, ίσως, λίγο πιο πίσω. Θα άφηνε το βλέμμα του να πέσει στον Δημήτρη. Θα έβλεπε τη συνέχεια ως εξέλιξη. Θα αναγνώριζε την προσπάθεια, τη φιλοδοξία, την επιμονή. Θα ένιωθε πως το έργο του όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά μεγάλωσε. Οτι το όραμα δεν έσβησε, αλλά μεταδόθηκε.
Και τότε, σχεδόν ασυναίσθητα, αφού θα εξερευνούσε με τα μάτια του το μπασκετικό «παλάτι» που δημιούργησε ο γιος του, θα κοιτούσε ψηλά. Στο ΟΑΚΑ. Στην οροφή.
Στα λάβαρα που κρέμονται σαν σιωπηλοί αφηγητές μιας διαδρομής. Κάθε ένα και μια ιστορία. Κάθε ένα και μια υπόσχεση ότι το παρελθόν δεν ξεχνιέται, αλλά γίνεται θεμέλιο για το μέλλον.
Θα τα κοιτούσε με την ωριμότητα του ανθρώπου που δημιούργησε έναν μπασκετικό γίγαντα, την αθωότητα του παιδιού που ακόμα πιστεύει και του φιλάθλου που αγαπά με αγνότητα την ομάδα του.
Γιατί, στο τέλος, αυτό ήταν.
Ενας άνθρωπος που αγάπησε «τρελά» τον Παναθηναϊκό.
Ενας οραματιστής που πίστεψε και τόλμησε.
Ενας δημιουργός που πέτυχε.
Και υπήρξε ένα βράδυ στο Παρίσι, πριν από τρεις δεκαετίες, που απέδειξε πως τα όνειρα, όταν βρουν καρδιά αρκετά μεγάλη για να χωρέσουν, γίνονται ιστορία.