Προσλήψεις: Το προβληματικό τεστ δεξιοτήτων
Εχουμε ήδη επισημάνει σε σχέση με τους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ ότι η μη δημοσιοποίηση των θεμάτων της εξέτασης δεξιοτήτων (επαγωγικού συλλογισμού και εργασιακής αποτελεσματικότητας) και των ορθών απαντήσεών τους, οι οποίες προκύπτουν μέσω αλγορίθμου, θέτει μείζον ζήτημα διαφάνειας.
Τούτο επειδή περιορίζει τη δυνατότητα ελέγχου της διαγωνιστικής διαδικασίας και δεν επιτρέπει στους υποψηφίους ούτε να εκτιμήσουν την απόδοσή τους ούτε να επαληθεύσουν την ορθότητα της βαθμολόγησής τους. Αυτή η πρακτική επιδρά δυσμενώς και στις δύο βασικές αρχές του συστήματος προσλήψεων: της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας.
Πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες εμπειρογνωμόνων ειδικευμένων σε θέματα εκπαίδευσης και αξιολόγησης ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο καταδεικνύουν ότι οι επιφυλάξεις δεν περιορίζονται σε θέματα διαδικασίας, αλλά αφορούν την ίδια την επιστημονική αξιοπιστία της μεθόδου εξέτασης των δεξιοτήτων. Θυμίζουμε ότι στη διαγωνιστική διαδικασία του γραπτού διαγωνισμού του 2025 υπήρχαν ερωτήσεις δεξιοτήτων και ερωτήσεις γνώσεων.
Οι ερωτήσεις δεξιοτήτων αποτελούνταν από: α) ερωτήσεις επαγωγικού συλλογισμού και β) ερωτήσεις αποτελεσματικότητας εργασιακής συμπεριφοράς με συντελεστή στάθμισης στη συνολική βαθμολογία 50% (25% και 25%). Οι ερωτήσεις επαγωγικού συλλογισμού, με τις οποίες αξιολογείται η ικανότητα των υποψηφίων να αναγνωρίζουν ακολουθίες αφηρημένων σχημάτων, έχουν το χαρακτηριστικό ότι προσαρμόζονται συνεχώς στην εξέλιξη της εξέτασης, καθώς ο βαθμός δυσκολίας κάθε επόμενης ερώτησης προκύπτει ανάλογα με την απάντηση του υποψηφίου στην προηγούμενη. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τις μελέτες, μετατρέπει την όλη εξέταση δεξιοτήτων σε τεστ επιβράβευσης υποψηφίων που απαντούν στις πιο δύσκολες ερωτήσεις, αλλοιώνοντας τους όρους της δίκαιης και ίσης διαγωνιστικής διαδικασίας.
Στην πραγματικότητα, τίθενται πολλά ζητήματα εγκυρότητας μιας δοκιμασίας η οποία αποβλέπει αποκλειστικά στη μέτρηση της έμφυτης ικανότητας για λογική σκέψη (και όχι κάποιων αποτελεσμάτων μάθησης), χρησιμοποιώντας μάλιστα διαγνωστικά μέσα που προσιδιάζουν σε τεστ IQ. Η μέθοδος αυτή όχι μόνο δεν οδηγεί σε μια σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα για τις ικανότητες του υποψηφίου, αλλά μπορεί να καταστεί ευθέως άδικη και μεροληπτική, επικυρώνοντας διακρίσεις που ανάγονται στο εκπαιδευτικό περιβάλλον ή το γονιδίωμά τους.
Προβληματικό είναι ότι προτάσσεται μονομερώς ως προδιαγραφή καταλληλότητας η ταχύτητα απόκρισης (ικανός υπάλληλος είναι όποιος μπορεί να απαντάει γρήγορα), ενώ αγνοείται κάθε σύνδεση της «νοημοσύνης» με τη σύνθετη σκέψη, τη στοχαστική ικανότητα και τη διαχείριση της πολυπλοκότητας.
Θυμίζουμε, επίσης, ότι οι ερωτήσεις αποτελεσματικότητας εργασιακής συμπεριφοράς στηρίζονται στις εννέα δεξιότητες (Ενιαίο Πλαίσιο Δεξιοτήτων του Ν. 4940/2022) στις οποίες αξιολογούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι. Καθώς ακολουθείται το ιεραρχικό (εντολή – υπακοή) και όχι το «μαθησιακό» μοντέλο διοίκησης, ο υποψήφιος οφείλει να απαντήσει και στις 76 τριάδες συμπεριφορικών δηλώσεων, ενώ εάν δεν προλάβει να απαντήσει σε όλες, μηδενίζονται και αυτές στις οποίες απάντησε.
Ετσι, όμως, η διαγωνιστική διαδικασία από αξιοκρατική μετατρέπεται σε τιμωρητική, ενώ δεν εξηγείται γιατί η εργασιακή συμπεριφορά δεν μπορεί να αξιολογηθεί βάσει μόνο των ερωτήσεων που απαντήθηκαν από τον υποψήφιο. Εδώ εντοπίζονται και οι αυθαιρεσίες του περιώνυμου «αλγορίθμου» που καθορίζει την ιδανική εργασιακή συμπεριφορά, με βάση τις κατευθύνσεις του ΥΠΕΣ.
Η διαφορά με τους Ευρωπαίους
Επισημαίνουμε ότι στις πολυδιαφημισμένες διαδικασίες προσλήψεων του ευρωπαϊκού οργανισμού EUROPEAN PERSONNEL SELECTION OFFICE EPSO οι δοκιμασίες επαγωγικού συλλογισμού χρησιμοποιούνται μόνο στο πρώτο στάδιο του διαγωνισμού και βαθμολογούνται μαζί με τον αριθμητικό συλλογισμό για να εισαχθεί ο υποψήφιος στο επόμενο στάδιο, χωρίς διακριτό συντελεστή βαρύτητας στην τελική βαθμολογία.
Οι συγκεκριμένοι διαγωνισμοί, αντί της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», επικεντρώνονται στη διάγνωση της «γλωσσικής νοημοσύνης», μέσα από δοκιμασίες κατανόησης και παραγωγής κειμένου, που αξιολογούν τη δυνατότητα των υποψηφίων να δομούν τη γραπτή επικοινωνία με λογική ροή ιδεών, να παρουσιάζουν ένα θέμα με τρόπο σαφή και κατανοητό, καθώς και να προσαρμόζουν το ύφος γραφής ανάλογα με τους αποδέκτες και τον σκοπό του κειμένου.